ΠΕΖΑ

Έδωσα υπόσχεση

Έδωσα υπόσχεση

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Γλυκερία Κακούρη

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μαλακοπή Καππαδοκίας, 1920
Ο Μελέτιος, ένα οχτάχρονο αγόρι οδηγείται από τους γονείς του σε φιλικό σπίτι για τα «μπεσίκ κερτμεσί» (παιδικά αρραβωνιάσματα). Αποστολή του το σημάδεμα της κούνιας της «νύφης», ενός μωρού σαράντα ημερών, στο οποίο δίνει την πρώτη του υπόσχεση. Υπόσχεση γάμου.

Ελλάδα, 1940
Ύστερα από σοβαρό τραυματισμό στα βουνά της Πίνδου, ο Μελέτιος διαπιστώνει ότι οφείλει τη ζωή του σε έναν… άγγελο. Ποια είναι αυτή η λευκή οπτασία, που τον μαγεύει με τα λόγια της και του ξυπνά χαμένες αναμνήσεις; Ποια η σχέση της με τον μακρινό τόπο της Καππαδοκίας; Πού βρίσκονται οι πονεμένοι του γονείς, οι επτά αδερφές του, αγαπημένες μορφές του παρελθόντος; Και κείνος ο παιδικός φίλος, που η φωνή του αντηχεί ακόμα στα ηφαιστειογενή πετρώματα; «Έδωσες υπόσχεση, Μελέτιε, έδωσες υπόσχεση!»

Ένα μυθιστόρημα, που ταξιδεύει τον αναγνώστη στον κόσμο της χριστιανικής και μουσουλμανικής Καππαδοκίας, ακροβατεί στα ήθη και τα έθιμα μιας άλλης εποχής, και ακολουθώντας το βίαιο ξεριζωμό μιας ολόκληρης γενιάς, τον μεταφέρει στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Τούμπας, για να προβάλει μέσα από τις αντιξοότητες την καταλυτική δύναμη της αγάπης. Της Αγάπης που είναι ικανή να νικήσει κάθε είδους διαφορετικότητα.

Εκδοτικός οίκος ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΝΑΤΥΠΟ

Τιμή με Φ.Π.Α. 17,00

Σελίδες 424

Έτος πρώτης κυκλοφορίας 2017

ISBN 978-618-5239-13-8

Η ΜΑΧΗ του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΛΚΟΠΟΥΛΟΥ

Για πολλά χρόνια κατάφερα να φύγω μακριά από τη μάχη. Η ζωή που είχα οργανώσει, σε μια ανύποπτη γωνιά της μεγάλης πόλης, χαρακτηριζόταν από την ατονία και την επανάληψη. Η ατονία κάλυπτε την άγνωστη κατεύθυνση της φυγής μου από τη μάχη, η επανάληψη βελτίωνε συνεχώς τις μεθόδους με τις οποίες μπορούσα να ελέγχω ο, τι ακόμα και έτσι έφτανε ως εμένα από το ζοφερό παρελθόν. Στηριγμένος σε ένα μικρό και σταθερό εισόδημα, κατόρθωνα να προχωρώ δίχως τις τυμπανοκρουσίες μιας επιδεικτικής ζωής.

Το όνομα μου, το παλιό εκείνο, συνδεδεμένο με τη μάχη όνομα, το είχα κρατήσει μα έκρινα ότι με την αλλαγή της διεύθυνσης μου και των χαμηλών τόνων της ζωής μου δε θα κινητοποιούσε τίποτε ως εμένα. Η μάχη, μια μακρινή ανάμνηση που πλέον σχεδόν δε με αφορούσε ούτε καν σαν μια συνιστώσα του λησμονημένου παρελθόντος, με κάποια προσπάθεια εκτοπιζόταν ακόμα και από τους πιο σκοτεινούς μου συνειρμούς. Σε μια κατάσταση όπως αυτή, που ακριβώς είχε οργανωθεί με το σαφή στόχο να επιφέρει τη λήθη, μπορούσα να συνεχίζω στη ζωή δίχως ιδιαίτερη έγνοια για οτιδήποτε ήμουν στα αλλοτινά χρόνια.

Καμιά φορά μόνο, καθώς στεκόμουν στο μικρό μπαλκόνι του σπιτιού μου, και άφηνα το βλέμμα μου να περιπλανιέται άσκοπα στην πυκνοκτισμένη θέα κάτω, έφταναν ως τα αυτιά μου σιγανοί ήχοι, που κάπου-κάπου έμοιαζαν σε ένα βαθμό και με πολεμικές ιαχές. Μα ήταν και αυτοί σαν κάτι που κατέληγε αδύναμο από μεγάλη απόσταση ως εδώ, και σύντομα, κάνοντας κάτι τόσο απλό όσο ένα κούνημα του κεφαλιού, επιβεβαίωνα πως πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό.

Μια από εκείνες τις φορές ήταν, που είχα γυρίσει να κοιτάξω προς το σημείο όπου εντόπιζα τον αμυδρό ήχο. Είχε τη πηγή του σε ένα άλλο μπαλκόνι, μακριά από το δικό μου και λοξά σε αυτό. Εκεί έστεκε ένας άνθρωπος και φανερά είχε μόλις απευθύνει το λόγο σε έναν άλλο πίσω του, αθέατο στο εσωτερικό του δωματίου. Έμεινα λίγο να τον κοιτάζω, ήταν ένας λίγο μεγαλύτερος μου, ντυμένος με μαύρα ρούχα, μια λεπτή ζακέτα ανέμιζε στο γιακά από τον αέρα που ξαφνικά δυνάμωνε. Έπειτα γύρισα στο δωμάτιο μου και δεν τον ξανασυλλογίστηκα.

Τώρα είναι λίγη ώρα που με έχει πιάσει μια ανησυχία. Η μάχη βέβαια είναι τόσο λησμονημένη όπως και πάντα, όμως εγώ δε νοιώθω το ίδιο ήρεμος με αυτή την εκτίμηση. Θα μπορούσα να μου συστήσω να απαρνηθώ και αυτές τις λίγες εξόδους μου στο μπαλκόνι σαν πέσει το βράδυ, όμως ένα τέτοιο μέτρο για την ώρα μου μοιάζει υπερβολικό. Ίσως να αφέθηκα λίγο περισσότερο να περιπλανηθώ στις σκέψεις μου. Ίσως κάτι μέσα μου να σκίρτησε, θυμίζοντάς μου παλιότερες έγνοιες. Ίσως να άκουσα και πάλι το ίδιο λαθεμένα, αλλά τώρα πιο δυνατά τον ήχο από το άλλο μπαλκόνι. Γεγονός όμως είναι πως, όταν γύρισα προς το μέρος του, μπροστά από τη διάπλατα ανοικτή πόρτα του άλλου μπαλκονιού έστεκε ένας με πλήρη ιπποτική εξάρτηση, η μαύρη πανοπλία σχημάτιζε βαθουλώματα όπου θα έπρεπε να είχε κανείς αχρηστεύσει μια πρωτοβουλία επίθεσης με ένα σπαθί, η περικεφαλαία ήταν κατεβασμένη σε ετοιμότητα για την απόκρουση και του πιο καταστροφικού κτυπήματος… Παρόλα αυτά, ο ιππότης έστεκε ήρεμος, όσο του το επέτρεπαν οι βαριές του κλειδώσεις είχε ανεβάσει το ένα του πόδι για να περνά ανάμεσα από τα χάσματα στα κάγκελα, στην κορυφή των οποίων ακουμπούσε τα χέρια του και γερμένος πάνω τους κοιτούσε προς το μέρος μου.

Ήταν αληθινά αυτό μια υπενθύμιση ότι η μάχη, έστω και δίχως τη συμμετοχή μου, ακόμα είναι σε εξέλιξη; Ήταν εκείνος ο ιππότης ένας από τους πολεμιστές που διασκορπίστηκαν παντού σε αναζήτησή μου; Ή μήπως- ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο συνδεδεμένα ήταν όλα!- οφειλόταν η παρουσία τους και σε αυτό το σημείο της πόλης ακριβώς σε μια ανάγκη να βρεθώ, έπειτα από τόσο καιρό, για άλλη μια φορά να μεταφερθώ πίσω στη μάχη, καβάλα στον ίππο, περνώντας κάτω από την καμάρα της πύλης, μια εμπροσθοφυλακή υπό τις διαταγές μου, θα ριχνόμασταν ξανά, το χέρι μπροστά με το σπαθί να δείχνει αέναα προς το πεδίο που πρέπει ακόμα να κατακτηθεί!

Δε γνωρίζω τι από όλα αυτά είναι δυνατό να συμβαίνει. Αλλά τείνω να πιστέψω πως η οργάνωση αυτού του στρατεύματος, αργά ή γρήγορα, έλκεται από τα μέλη του. Σαν το νερό που κυλά από το ψηλότερο στο χαμηλότερο σημείο, αρκεί να υπάρχει ένα ακόμα χαμηλότερο για να εξασφαλιστεί η διαρκής του ροή, και εκείνη η οργάνωση δεν απαιτεί κάτι περισσότερο για να θέσει σε εφαρμογή αυτό το κυνήγι από την ίδια την ύπαρξη μιας ακόμα πιο χαμένης, ακόμα πιο προφυλαγμένης κρυψώνας…

ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ του ΖΑΧΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Το ποδήλατο

***

Πεταλιά-πεταλιά ξεκίνησα να σε βρω,

σ’ ένα ραντεβού που μόνος μου έκλεισα.

Στοίχημα ζωής, ταξίδι στο χρόνο,

πραγμάτωση φαντασίας, ανάσα ελπίδας.

Δρόμοι καρδιάς μοναχικοί και δύσκολοι,

ηλιοκαμένοι, βροχεροί.

Πουθενά δεν σε βρήκα.

Δεν απελπίστηκα…

***

Πεταλιά-πεταλιά σε έψαξα γύρω μου,

μυρίζοντας αέρα, κυνηγώντας σύννεφα.

μετρώντας αστέρια, ακούγοντας κύματα.

Θα με οδηγήσουν σε σένα, σημάδια ψυχής.

Συνεχίζω μονάχος το δρόμο μου.

Δεν το βάζω κάτω, δεν σταματώ.

Δεν συμβιβάζομαι.

Ελπίζω, ζω…

***

Ζάχος Βασιλείου

Flag Counter