ΠΕΖΑ

ΤΟ ΠΛΟΙΟ της ΣΤΕΛΛΑΣ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΟΥ

         Σαλπάραμε προς άγνωστους χειμώνες και καυτά καλοκαίρια… Η μυρωδιά των γλάρων τρυπούσε νοερά τις σκέψεις μας και οι θαλασσόλυκοι του πλοίου ρέμβαζαν το πέλαγος επιδεικτικά. Μαζί για χρόνια σε τούτο το καράβι να ταξιδεύουμε και το πλοίο να πιάνει το ένα λιμάνι μετά το άλλο. Ασύγκριτα το ένα με το άλλο, το καθένα μοναδικό και με το δικό του μήνυμα. Επιβάτες επιβιβάζονταν και αποβιβάζονταν λες και ήταν φορτία που έτρεχαν μανιωδώς σε κάποιο δικό τους προορισμό. Κι εμείς εκεί, στον δικό μας προορισμό να μας αναμένει καρτερικά. Η συντροφιά το δυνατό μας όπλο. Ο γύρος του κόσμου με ένα καράβι με τεράστια πανιά να απλώνονται στο καταγάλανο του ουρανού. Η θάλασσα άλλοτε φουρτουνιασμένη με θηριώδη κύματα να πρωταγωνιστούν και με τη πλώρη του να τα διαπερνά με μιας, κι άλλοτε γαλήνια και ήσυχη, να μένουμε άναυδοι σε τούτο το δημιούργημα της φύσης απολαμβάνοντας στο κατάστρωμα το ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα. Η νύχτα μας βρίσκει παρέα να κουβεντιάζουμε με μάρτυρα το ολόγιομο φεγγάρι και τη κατάμαυρη πλέον θάλασσα. Ήσυχα βράδια στο πλοίο… μακριά από όλους όσους θέλαμε να ξεφύγουμε ωστόσο η σκέψη μας μένει πάντα δίπλα σε εκείνους που αγαπάμε κι ας είναι μίλια μακριά μας τούτη την ώρα. Οι πόλεις χύνουν το άπλετο φως στη θάλασσα και φωτίζονται με μιας. «Αριβάρουμε» φώναξε ο καπετάνιος τα μεσάνυχτα. Το πλοίο κατέφθασε σε πόλη. Ο φάρος του λιμανιού αναβόσβηνε σαστισμένος. Εύκολα διέκρινες το εύρος της από τη φωτοχυσία που διαπνέονταν από παντού, καθώς και από τους εκθαμβωτικούς ουρανοξύστες που υψώνονταν μπροστά μας. Κλεφτές ματιές έπεφταν από το κατάστρωμα σε τούτη τη πόλη. Η περιέργεια μας έτρωγε τα σωθικά. Θέλαμε να την ανακαλύψουμε, έστω και με το μάτι. Γνωρίζαμε βέβαια και οι δύο πως ούτε και δαύτη η πόλη είναι ο προορισμός μας. Εποχές, χρόνος, ημερόνυχτα δεν μας ενδιέφεραν παρά μόνο ο τελικός προορισμός. Φυσικά όταν έπιανε να καλοκαιριάσει, και η θάλασσα ήταν πιο ήρεμη διότι έφθανε η εποχή της, γαληνεύαμε και εμείς. Η ψυχή μας πάντα θα αποζητά το καλοκαίρι περισσότερο από έναν απρόσωπο χειμώνα. Θα πιαστούμε στα δίχτυα του θέρους και μαζί όχι χωριστά, μαζί θα χαθούμε ανέμελοι και ευτυχισμένοι… το χώρια δεν έχει θέση ούτε στο πλοίο ούτε στο καλοκαίρι μας. Ο κοινός «μπούσουλας» που διέθεταν οι ναυτικοί για να ανακαλύψουν νέα σημεία στο χάρτη τους όπου θα πλεύσουν, η πυξίδα με τα τέσσερα χαρακτηριστικά γράμματα μέσα της. Μοναδικός μας οδηγός η συντροφιά μας και η ένταση συναισθήματος που απέπνεε και από τους δυο μας. Πριν προλάβουμε καν να σκεφτούμε επιβιβαστήκαμε μαζί με εισιτήριο δίχως γυρισμό. «Ειρηνικός, Ατλαντικός, Ινδικός» φωνάζουμε δυνατά γελώντας και οι δυο. Γνωριμία, Ταξίδι, Έρωτας, φωνάζει η μοίρα σκίζοντας της θάλασσας τα κύματα. Όνειρο ζωής τούτο το ταξίδι. Ήταν γραφτό να συναντηθούμε εμείς οι δύο. Το πλοίο το πεπρωμένο μας , ο προορισμός η ζωή μας. Οι στάσεις στα λιμάνια πόλεων, οι επιλογές μας και οι επιβαίνοντες, εκείνοι οι απλοί άγνωστοι γνωστοί περαστικοί που έρχονται είτε για να μείνουν είτε για να φύγουν. Κι εμείς μαζί, αγκαλιά, η θέση μας μπροστά στο κατάστρωμα να αγναντεύουμε το απέραντο μπλε της θάλασσας που μέσα της βυθιζόμαστε και εμείς πορευμένοι στο άγνωστο.

Έδωσα υπόσχεση

Έδωσα υπόσχεση

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Γλυκερία Κακούρη

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μαλακοπή Καππαδοκίας, 1920
Ο Μελέτιος, ένα οχτάχρονο αγόρι οδηγείται από τους γονείς του σε φιλικό σπίτι για τα «μπεσίκ κερτμεσί» (παιδικά αρραβωνιάσματα). Αποστολή του το σημάδεμα της κούνιας της «νύφης», ενός μωρού σαράντα ημερών, στο οποίο δίνει την πρώτη του υπόσχεση. Υπόσχεση γάμου.

Ελλάδα, 1940
Ύστερα από σοβαρό τραυματισμό στα βουνά της Πίνδου, ο Μελέτιος διαπιστώνει ότι οφείλει τη ζωή του σε έναν… άγγελο. Ποια είναι αυτή η λευκή οπτασία, που τον μαγεύει με τα λόγια της και του ξυπνά χαμένες αναμνήσεις; Ποια η σχέση της με τον μακρινό τόπο της Καππαδοκίας; Πού βρίσκονται οι πονεμένοι του γονείς, οι επτά αδερφές του, αγαπημένες μορφές του παρελθόντος; Και κείνος ο παιδικός φίλος, που η φωνή του αντηχεί ακόμα στα ηφαιστειογενή πετρώματα; «Έδωσες υπόσχεση, Μελέτιε, έδωσες υπόσχεση!»

Ένα μυθιστόρημα, που ταξιδεύει τον αναγνώστη στον κόσμο της χριστιανικής και μουσουλμανικής Καππαδοκίας, ακροβατεί στα ήθη και τα έθιμα μιας άλλης εποχής, και ακολουθώντας το βίαιο ξεριζωμό μιας ολόκληρης γενιάς, τον μεταφέρει στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Τούμπας, για να προβάλει μέσα από τις αντιξοότητες την καταλυτική δύναμη της αγάπης. Της Αγάπης που είναι ικανή να νικήσει κάθε είδους διαφορετικότητα.

Εκδοτικός οίκος ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΝΑΤΥΠΟ

Τιμή με Φ.Π.Α. 17,00

Σελίδες 424

Έτος πρώτης κυκλοφορίας 2017

ISBN 978-618-5239-13-8

ΤΟ TRAILER ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ ΒΟΝΙΤΣΑΣ

ΤΑ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ

ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΓΥΡΟ

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΟΜΠΗ ΑΝΑΤΥΠΩΜΑΤΑ

Η ΜΑΧΗ του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΛΚΟΠΟΥΛΟΥ

Για πολλά χρόνια κατάφερα να φύγω μακριά από τη μάχη. Η ζωή που είχα οργανώσει, σε μια ανύποπτη γωνιά της μεγάλης πόλης, χαρακτηριζόταν από την ατονία και την επανάληψη. Η ατονία κάλυπτε την άγνωστη κατεύθυνση της φυγής μου από τη μάχη, η επανάληψη βελτίωνε συνεχώς τις μεθόδους με τις οποίες μπορούσα να ελέγχω ο, τι ακόμα και έτσι έφτανε ως εμένα από το ζοφερό παρελθόν. Στηριγμένος σε ένα μικρό και σταθερό εισόδημα, κατόρθωνα να προχωρώ δίχως τις τυμπανοκρουσίες μιας επιδεικτικής ζωής.

Το όνομα μου, το παλιό εκείνο, συνδεδεμένο με τη μάχη όνομα, το είχα κρατήσει μα έκρινα ότι με την αλλαγή της διεύθυνσης μου και των χαμηλών τόνων της ζωής μου δε θα κινητοποιούσε τίποτε ως εμένα. Η μάχη, μια μακρινή ανάμνηση που πλέον σχεδόν δε με αφορούσε ούτε καν σαν μια συνιστώσα του λησμονημένου παρελθόντος, με κάποια προσπάθεια εκτοπιζόταν ακόμα και από τους πιο σκοτεινούς μου συνειρμούς. Σε μια κατάσταση όπως αυτή, που ακριβώς είχε οργανωθεί με το σαφή στόχο να επιφέρει τη λήθη, μπορούσα να συνεχίζω στη ζωή δίχως ιδιαίτερη έγνοια για οτιδήποτε ήμουν στα αλλοτινά χρόνια.

Καμιά φορά μόνο, καθώς στεκόμουν στο μικρό μπαλκόνι του σπιτιού μου, και άφηνα το βλέμμα μου να περιπλανιέται άσκοπα στην πυκνοκτισμένη θέα κάτω, έφταναν ως τα αυτιά μου σιγανοί ήχοι, που κάπου-κάπου έμοιαζαν σε ένα βαθμό και με πολεμικές ιαχές. Μα ήταν και αυτοί σαν κάτι που κατέληγε αδύναμο από μεγάλη απόσταση ως εδώ, και σύντομα, κάνοντας κάτι τόσο απλό όσο ένα κούνημα του κεφαλιού, επιβεβαίωνα πως πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό.

Μια από εκείνες τις φορές ήταν, που είχα γυρίσει να κοιτάξω προς το σημείο όπου εντόπιζα τον αμυδρό ήχο. Είχε τη πηγή του σε ένα άλλο μπαλκόνι, μακριά από το δικό μου και λοξά σε αυτό. Εκεί έστεκε ένας άνθρωπος και φανερά είχε μόλις απευθύνει το λόγο σε έναν άλλο πίσω του, αθέατο στο εσωτερικό του δωματίου. Έμεινα λίγο να τον κοιτάζω, ήταν ένας λίγο μεγαλύτερος μου, ντυμένος με μαύρα ρούχα, μια λεπτή ζακέτα ανέμιζε στο γιακά από τον αέρα που ξαφνικά δυνάμωνε. Έπειτα γύρισα στο δωμάτιο μου και δεν τον ξανασυλλογίστηκα.

Τώρα είναι λίγη ώρα που με έχει πιάσει μια ανησυχία. Η μάχη βέβαια είναι τόσο λησμονημένη όπως και πάντα, όμως εγώ δε νοιώθω το ίδιο ήρεμος με αυτή την εκτίμηση. Θα μπορούσα να μου συστήσω να απαρνηθώ και αυτές τις λίγες εξόδους μου στο μπαλκόνι σαν πέσει το βράδυ, όμως ένα τέτοιο μέτρο για την ώρα μου μοιάζει υπερβολικό. Ίσως να αφέθηκα λίγο περισσότερο να περιπλανηθώ στις σκέψεις μου. Ίσως κάτι μέσα μου να σκίρτησε, θυμίζοντάς μου παλιότερες έγνοιες. Ίσως να άκουσα και πάλι το ίδιο λαθεμένα, αλλά τώρα πιο δυνατά τον ήχο από το άλλο μπαλκόνι. Γεγονός όμως είναι πως, όταν γύρισα προς το μέρος του, μπροστά από τη διάπλατα ανοικτή πόρτα του άλλου μπαλκονιού έστεκε ένας με πλήρη ιπποτική εξάρτηση, η μαύρη πανοπλία σχημάτιζε βαθουλώματα όπου θα έπρεπε να είχε κανείς αχρηστεύσει μια πρωτοβουλία επίθεσης με ένα σπαθί, η περικεφαλαία ήταν κατεβασμένη σε ετοιμότητα για την απόκρουση και του πιο καταστροφικού κτυπήματος… Παρόλα αυτά, ο ιππότης έστεκε ήρεμος, όσο του το επέτρεπαν οι βαριές του κλειδώσεις είχε ανεβάσει το ένα του πόδι για να περνά ανάμεσα από τα χάσματα στα κάγκελα, στην κορυφή των οποίων ακουμπούσε τα χέρια του και γερμένος πάνω τους κοιτούσε προς το μέρος μου.

Ήταν αληθινά αυτό μια υπενθύμιση ότι η μάχη, έστω και δίχως τη συμμετοχή μου, ακόμα είναι σε εξέλιξη; Ήταν εκείνος ο ιππότης ένας από τους πολεμιστές που διασκορπίστηκαν παντού σε αναζήτησή μου; Ή μήπως- ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο συνδεδεμένα ήταν όλα!- οφειλόταν η παρουσία τους και σε αυτό το σημείο της πόλης ακριβώς σε μια ανάγκη να βρεθώ, έπειτα από τόσο καιρό, για άλλη μια φορά να μεταφερθώ πίσω στη μάχη, καβάλα στον ίππο, περνώντας κάτω από την καμάρα της πύλης, μια εμπροσθοφυλακή υπό τις διαταγές μου, θα ριχνόμασταν ξανά, το χέρι μπροστά με το σπαθί να δείχνει αέναα προς το πεδίο που πρέπει ακόμα να κατακτηθεί!

Δε γνωρίζω τι από όλα αυτά είναι δυνατό να συμβαίνει. Αλλά τείνω να πιστέψω πως η οργάνωση αυτού του στρατεύματος, αργά ή γρήγορα, έλκεται από τα μέλη του. Σαν το νερό που κυλά από το ψηλότερο στο χαμηλότερο σημείο, αρκεί να υπάρχει ένα ακόμα χαμηλότερο για να εξασφαλιστεί η διαρκής του ροή, και εκείνη η οργάνωση δεν απαιτεί κάτι περισσότερο για να θέσει σε εφαρμογή αυτό το κυνήγι από την ίδια την ύπαρξη μιας ακόμα πιο χαμένης, ακόμα πιο προφυλαγμένης κρυψώνας…