COLPO GROSSO της ΠΟΛΥΞΕΝΗΣ ΒΕΛΕΝΗ

Ο Βάγγος έκλεισε το κινητό του και χάιδεψε ικανοποιημένος τη μουστάκα του.
“Επιτέλους, η δουλειά έκλεισε” σκέφτηκε, απόψε θα τελείωναν όλα. Θα έκανε την καλή. Την καλή που την περίμενε πολύ καιρό τώρα. Ήρθε η ώρα του. Δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα αποτυχίας. Τα είχε όλα υπολογίσει με κάθε λεπτομέρεια. Και το αφεντικό, ο “μεγάλος” όπως τον έλεγαν, θα έμενε τρελά ικανοποιημένος, ενθουσιασμένος, μη σου πω, και ποιος ξέρει τι άλλα θα του προκύπτανε. Σίγουρα θα τον επιβράβευε και με το κατιτίς παραπάνω από τη συμφωνία. Είχε μπέσα ο μεγάλος, δεν τσιγγουνευόταν, κιμπάρης! Όλα υπολογισμένα, προπαραμονή της μεγάλης γιορτής της χριστιανοσύνης και ο νεογέννητος άρχοντας θα του χάριζε χρυσάφι. Το λιβάνι και τα σμύρνα τα άφηνε για τους άλλους. Αυτός το χρυσάφι λιγουρευόταν κι έτσι το παζάρεψε. “Δεν θέλω χρήματα” είπε, “θέλω την αμοιβή μου σε χρυσό”, κι ο μεγάλος συμφώνησε. “Κάνε εσύ τη δουλειά και σε περιμένουν ράβδοι, όχι αστεία” του ΄πε και γυάλισε το μάτι του με σημασία. Στριφογύρισε στην τσέπη του το μαγικό μέταλλο που θα του χάριζε τα Χριστούγεννα που ονειρευόταν χρόνια τώρα. Γιατί ο Βάγγος είχε όνειρα, πολλά όνειρα, όχι παίξε-γέλασε. Όνειρα με πατέντα, ολκής, όχι ό,τι κι ό,τι. Θα ζούσε ζωή παραμυθένια. Σαν αυτή που έβλεπε να κάνουν οι πλούσιοι με τα κότερα και τα σαλέ στην Ελβετία. Ήταν για μεγάλη ζωή αυτός, όχι σαν ανθρωπάκος, μεροδούλι μεροφάι ή στη στεγνή πείνα απ’ την ανεργία. Ήθελε να κυκλοφορεί σε πεντάστερα ξενοδοχεία, με ωραία γκομενάκια, να΄χει δυο τρεις βιλλάρες με πισίνες, να μπαινοβγαίνει στα σαλόνια των σημαντικών, να τον σέβονται για την Καγιέν του, για τα ρολόγια του, τα τα τούτα για τα εκείνα του, για το μπόλικο έχει του, να τα σκορπάει στα μπουζούκια, να κερνάει τον κόσμο, να παραμερίζουν όλοι σαν περνάει, να ψιθυρίζουν πίσω του, να τον κυνηγούν για μια φωτογραφία στα περιοδικά. Να είναι παράγοντας πολιτικός, όχι παρατρεχάμενος αφισσοκολλητής όπως έτρεχε τόσα χρόνια σε διάφορα βουλευτικά γραφεία για να του βρουν κάποια θεσούλα. Τι θεσούλα, κλητήρας, φύλακας αρχαιοτήτων, γενικών καθηκόνταν, του κλώτσου και του μπάτσου δηλαδή, ευκαιριακές συμβάσεις που έληγαν πριν καλά-καλά ζεσταθεί η τσέπη του.

Ναι, είχε γεννηθεί για να γίνει μεγάλος, έτσι τον μεγάλωσε η μάνα του, η αρχόντισσα της γειτονιάς των καστρόπληκτων. Από μικρό του έλεγε πως εκείνος προοριζόταν για να γίνει σπουδαίος, του ΄χε φουσκώσει τα μυαλά. “Εσύ είσαι διάνοια” του ΄λεγε, “θα γίνεις τουλάχιστον εφευρέτης, με τέτοιο μυαλό!”. Μυαλό, ξεμυαλό, εκείνος βαριόταν να διαβάζει, μισούσε το σχολείο και τα καθήκοντά του, έσπρωξε με το ζόρι το δημοτικό, άρχισε να το σκάει στην πρώτη γυμνασίου για να γυρνοβολάει εδώ κι εκεί, στη δευτέρα το αραίωσε ακόμη παραπάνω και στην τρίτη δεν πρόλαβε να πάει λόγω απουσιών. Η μάνα του έσπευσε να τον δικαιολογήσει αλλά τίποτε, οι καθηγητές ανένδοτοι. Τα είχαν βάλει όλοι με τον γιο της. “Τον ζηλεύουν καλέ”, έλεγε στις φιλενάδες της, “αισθάνονται κόμπλεξ με την εξυπνάδα του και τον πολεμούν όσο μπορούν!” Και δώστου δικαιολογούσε τις αλητείες του ως έκφραση υπέρτασης οξύνοιας! “Η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να δεχτεί τους ξεχωριστούς” έλεγε και κουνούσε μ΄ απογοήτευση και βδελυγμία το κεφάλι της κι έπειτα έσπευδε να ετοιμάσει το πρωινό στον κανακάρη της που ξύπναγε πια μεσημέρι, αφού όλη τη νύχτα την περνούσε στα μπαράκια της γειτονιάς ή τσαγκρουνώντας τις χορδές από ένα μπουζούκι που το κληρονόμησε από τον θειο του, τον αδελφό του πατέρα του, μάγκα και χασικλή που πέθανε από κύρωση του ήπατος στα σαράντα του από την υπερκατανάλωση αλκοόλ, “κακόχρονο, να’χει μην έσωνε και στ΄ άφηνε”, έλεγε η μάνα του, “θα στο σπάσω αυτό το μαραφέτι καμιά μέρα” , σε αποσπά από τα σπουδαία που πρέπει να κάνεις, σου παίρνει τα μυαλά. “Μπουζούκι, πιφφ” έλεγε με μια περιφρονητική γκριμάτσα, “απα, πα, πα, παρακατιανά πράγματα” “δεν σου ταιριάζει” “γι αυτό σε μεγάλωνα σαν πρίγκιπα; για να μου καταντήσεις μπουζουκτσής;”. Έτσι μάλωναν καθημερινά. Ώσπου μια μέρα γύρισε σπίτι και δεν βρήκε το όργανο. Όταν τη ρώτησε, εκείνη απάντησε αορίστως ότι πέρασε κάποιος και το ζήτησε, η αλήθεια ήταν πως φώναξε έναν παλιατζή που πέρναγε έξω από το σπίτι της με το μεγάφωνο και το μοσχοπούλησε. Δεν της το συγχώρεσε, το μεράκι του ΄γινε απωθημένο κι έγινε ακόμη χειρότερος. Δεν γυρνούσε σπίτι τα βράδια, έμπλεξε και με παρέες κλεφτρόνια, μυήθηκε σε δουλειές περιωπής, έβγαζε κάνα χαρτζιλίκι. Πήγε και δυο-τρεις φορές στη στενή, δεν του άρεσε, έγινε προσεκτικότερος, πιο μεθοδικός, σιγά-σιγά μετατράπηκε σε βιρτουόζο της κλοπής. Πάσχιζε η μάνα να τον τακτοποιήσει σε καμιά μόνιμη δουλειά, γύριζε από γραφείο σε γραφείο πολιτικών, μιλούσε για την αξιοσύνη του, για το πόσο τον είχανε αδικήσει, για το πόσο ήταν άτυχος, τον έστελνε και έκανε δουλειές του ποδαριού σε γραφείο πολιτικών, πότε με το ένα κόμμα, πότε με το άλλο, “ότι κάτσει” σκεφτόταν, κατά που φυσάει κάθε φορά ο άνεμος, κάπου θα τον βολέψω, σκεφτόταν και δώστου ξεροστάλιαζε στα εντρέ των κάθε λογής υποσχόμενων πολιτικάντηδων. Κάπου θα τον βόλευε, κι αν τον βόλευε δεν είχε σημασία που δεν είχε τα τυπικά χαρτιά, σάμπως δεν είχε και τα παραδείγματα μπροστά της; Σαν εκείνον που ΄χε γίνει διευθυντής στο κρατικό κανάλι με πτυχίο δημοτικού, και σαν τον άλλο που…, ουου, ένα σωρό παραδείγματα μπορούσε ν’ αραδιάσει, αρκεί να ήθελαν, κι αν οι πολιτικοί ήθελαν, όλα μπορούσαν να γίνουν. Αλλά τελευταία, ανάξιοι όλοι τους, ανάξιοι, σου λέω, ρετάλια, άχρηστοι, ούτε τους ψηφοφόρους τους δεν μπορούν να τακτοποιήσουν. Μόνο λόγια! Με τα λόγια δεν χορταίνεις! Ας χωνόταν ο κανακάρης της σε καμιά τρύπα και μετά θα εξελισσόταν, άλλωστε τι, μυαλό δεν είχε, μυαλό είχε με το παραπάνω, οι άλλοι δεν βλέπανε τα προσόντα του.

“Α, ρε μάνα, που ΄σαι να καμαρώσεις το γιο σου απόψε” σκέφτηκε και του βγήκε ένας βαθύς αναστεναγμός από τα στήθια, καθώς θυμήθηκε ότι τα τελευταία δύο χρόνια που η μάνα του έφυγε, είχε χάσει τη μοναδική και αποκλειστική δια βίου θαυμάστριά του. Δια βίου, αλλά ο βίος βραχύς για μερικούς, κι η μάνα του έφυγε ξαφνικά, χωρίς να το πολυκαταλάβει το πως και το γιατί. Κι απόμεινε μόνος να τρέχει αυτός πίσω από τους πολιτικάντηδες και να τους παρακαλάει για κάνα μεροκάματο. Τίποτε, τώρα με την κρίση είχανε παρασφίξει τα πράγματα, δεν γεμίζανε χωρίς να σκεφτούνε τις θέσεις, τα ρουσφέτια ήτανε μετρημένα, ήταν κι αυτή η τρόικα που δεν επέτρεπε, λέει, καινούργιες προσλήψεις, πάει κι αυτή η ελπίδα, δεν υπήρχε περίπτωση να βολευτεί κάπου μόνιμα στο δημόσιο. Γκαντέμης, ήτανε γκαντέμης, πάνω που πήγαινε κάτι να του κάτσει, κάτι γινόταν και δεν έδενε. Τότε του ΄ρθε το μήνυμα από κάποιον που όλοι τον αποκαλούσανε “μεγάλο”. Του δώσανε κάποιες ψιλοδουλειές για να τον δοκιμάσουν κι όταν είδαν την αξιοσύνη του περί τα παράνομα, του μίλησαν για το colpo grosso. Αυτός δεν θα έκανε και τίποτε σπουδαίο, ένα αυτοκίνητο θα ΄κλεβε και θα πήγαινε να το παραδώσει εκεί που θα του ΄λεγαν. Του έδωσαν κι ένα αντικλείδι, αυτό που στριφογύριζε τόση ώρα στην τσέπη του. Θα έμπαινε κύριος στη Μερτσέντες και θα την πήγαινε μέχρι την Εθνική, εκεί τελείωνε το χρέος του. Δεν ρώτησε πολλά, αλλά από κάτι μισόλογα κατάλαβε ότι το αμάξι ήτανε κάποιου μεγαλοφαρμακέμπορα και θα είχε μέσα μεγάλη παραγγελία με φάρμακα που μπορούσαν να μεταλλαχτούν σε χιλιάδες μαγικά χαπάκια και να γεμίσει η αγορά με πουλημένα όνειρα, από αυτά που κατεβάζουν οι πιτσιρικάδες και φτιάχνονται ως το πρωί. Λεφτά, λεφτά με ουρά. Και σίγουρα λεφτά. Στο κόλπο ήτανε και κάποιοι παραπάνω, ανώτερα στελέχη του δημόσιου βίου, δεν υπήρχε περίπτωση να τους πιάσουν!

Κατά τις οκτώ το βραδάκι, η προπαραμονή Χριστουγέννων τον βρήκε να περιφέρεται κοστουμαρισμένος στην τρίχα, εκεί κάπου στο Αθλητικό Κέντρο, στο Ποσειδώνιο, όπου πάρκαρε ο περί ου ο λόγος συνήθως το αυτοκίνητο, όπως είχαν δει μετά από πολυήμερη παρακολούθηση. Πήγε κοντά, έβγαλε με απόλυτα φυσιολογικό τρόπο το κλειδί το έβαλε στην κλειδαριά και μπήκε σαν κύριος μέσα, χωρίς πολλά-πολλά ξεκίνησε. “Ευκολάκι ήταν” χασκογέλασε και φρέναρε στο πορτοκαλί, μην κάνει τώρα καμιά παρανομία και πιαστεί στη φάκα άνευ λόγου! Εκεί στο ύψωμα, απέναντι από το «Μάκρο» θα σταματούσε και θα περίμενε να ΄ρθουν να μεταφορτώσουν το εμπόρευμα. Έτσι κι έγινε. Πριν τις εννιά είχε φτάσει στον συμφωνημένο τόπο. Χτύπησε μια αναπάντητη και κατέβηκε να ανασάνει και να ανάψει τσιγάρο. Μετά από μερικές ρουφηξιές πήγε προς το πορτ μπαγκάζ να ελέγξει την κατάσταση. Είδε μέσα τις κλειστές κούτες κι αγαλλίασε η ψυχή του. Τίγκα, όλο το πίσω μέρος και είχε και μερικές στο πίσω κάθισμα. “Ώρε μάνα μου, κάναμε την καλή” μονολόγησε. Αργούσαν όμως, αργούσαν, γιατί δεν είχαν έρθει ακόμη; Ανακάθησε στην άκρη των πίσω καθισμάτων και μπήκε στον πειρασμό να ανοίξει ένα κουτί. Τι στο καλό, να μη δει κι αυτός τι περιέχουν τα κουτιά; Προσπάθησε να ανοίξει ένα χωρίς να φανεί. Έχωσε το χέρι του κι έπιασε κάτι παράξενο σαν βιβλίο, “οδηγίες θα είναι” σκέφτηκε και το τράβηξε έξω να το δει. “Είμαι η Άλλη” έγραφε το βιβλίο στο εξώφυλλο, μιας που την λέγανε Πολυξένη Βελένη. Τι στο διάολο τίτλος είναι αυτός, και τι όνομα… Η κάθε καραβλαμμένη νομίζει πως είναι συγγραφέας, κάγχασε από μέσα του… Αλλά τι σε νοιάζει… Δεν ΄πα να γράφουν οι θεόκοτες ό,τι θέλουν…”Μούφα θα’ ναι το βιβλίο, γι αυτό κι ο φαρμακοτέτοιος την έβαλε για καμουφλάζ”, σκέφτηκε, “βρε, τον μπαγάσα τον φαρμακοτρίφτη! Έβαλε από πάνω μια σειρά βιβλία για να μη φαίνονται τα φάρμακα, χαχα παλιό κόλπο, αλλά σίγουρο”. Αργούσαν, όμως αργούσαν, γιατί άραγε, πήγε εννιάμιση, δέκα παρά, φυσούσε ξεφυσούσε, πηγαινοερχόταν, κρύωνε, ξεπάγιαζε, τίποτε, δεν φαινόταν πουθενά. «Η κλήση σας προωθείται…» έλεγε και ο τηλεφωνητής κάθε φορά που προσπαθούσε να τους καλέσει. Ακούμπησε στην πλάτη του αυτοκινήτου και μέσα στο μισοσκόταδο με τη βοήθεια του κινητού του έφεξε λίγο στις γραμμές του βιβλίου. Διάβασε μερικές αράδες ….“Ένα είναι σίγουρο. Τ’ απωθημένα του πρέπει κανείς να τα διεκπεραιώνει σε αυτή τη ζωή…” Δεν μας παρατάς κυρά μου, πως σε λένε… Απωθημένα και κοροφέξαλα… Αυτός ένα απωθημένο είχε, το μπουζούκι, αλλά το είχε ξεχάσει, και δεν έπαθε τίποτε, να τώρα του ήρθε η καλή… τώρα ήθελε να ξεκινήσει για άλλα. Άμα έχεις λεφτά τι απωθημένα και βλακείες… Όλα είναι μια ιδέα… Μα που είναι , πότε θα ΄ρθουν; Κατά τις δέκα ακούστηκε θόρυβος αυτοκινήτου που πλησίαζε. Κατέβηκε ένας άγνωστος τύπος και τον ρώτησε αν όλα ήταν εντάξει. «Όλα πρίμα, αλλά αργήσατε ρε παιδιά», παραπονέθηκε. Το αφεντικό άλλαξε για ασφάλεια τα ωράρια, ψέλλισε ο τύπος, χωρίς να πει και την πάσα αλήθεια ότι τον κάρφωσε στην αστυνομία για να κάνει μόνος του τη μπάζα, κι άρχισε να κουβαλάει τις κούτες. Τι στο διάολο, πολύ βαριά είναι, τι σκατά έχει μέσα, αναρωτήθηκε… “Όπως τα λες” απάντησε ο Βάγγος, “σκατά”… “ τα βιβλία μιας άσχετης για ξεκάρφωμα”. “Βιβλία, τι βιβλία;” τσίμπησε ο τύπος κι ακούμπησε κάτω ένα κουτί και το άνοιξε. “Έχει μόνο βιβλία!”, διαπίστωσε ο τύπος με τα μάτια γουρλωμένα. Άρχισε να ανοίγει με μανία και τα υπόλοιπα κουτιά… Βιβλία, παντού δεκάδες βιβλία. “Ηλίθιος είσαι ρε;” “Τι πήγες και κουβάλησες;” έκρωξε, “Τι θα πούμε τώρα στο αφεντικό; Διατριβή θα κάνει; Άχρηστε, μαλάκα, γαμημένε…” συνέχισε τα γαλλικά… Λάθος αυτοκίνητο πήγες και πήρες ρε μαλακισμένο; Μάζευτα γρήγορα και πάμε να φύγουμε πριν μας πιάσουν, φόρτωσέ τα στο δικό μου αυτοκίνητο και πάμε… πάμε να τα πετάξουμε, είπε αποφασιστικά, αφού σκέφτηκε προς στιγμήν μπας και βγάζανε λίγο κέρδος, αυτά ούτε για ανακύκλωση κάνουν γιατί θα μας ρωτούν πού τα βρήκαμε, ούτε για πούλημα στη Λαϊκή, δεν πιάνουν δεκάρα, τα βιβλία μιας άγνωστης, χέσε μέσα…, στο διάολο, την τύχη μου μέσα…”. Και ρίχνοντας κάμποσες φάπες στον Βάγγο τον έχωσε στη θέση του συνοδηγού και μάρσαρε με μανία κατεβάζοντας χριστοπαναγίες, φτου, φτου μέρα που ήταν.

Πολύ του στοίχησε του Βάγγου αυτή η ταπείνωση. Άκου να αποτύχει στο μεγάλο κόλπο. Αυτό που θα του άλλαζε τη ζωή. Αυτό που θα τον γέμιζε χρυσάφι. Τίποτε. Γκαντεμιά, άλλη μια στον δρόμο του. Έμεινε βδομάδες κλεισμένος μέσα στο σπίτι. Ντρεπόταν. Πού να τολμήσει να βγει στην πιάτσα. Ένα πρωί σηκώθηκε, ήπιε καφέ, ξύρισε το μουστάκι και κατηφόρησε προς στη Ροτόντα, κάπου εκεί, σε μια Σχολή Λαϊκών Οργάνων. Μπουζούκι, θα μάθαινε μπουζούκι. Γιατί τελικά αυτό ήταν το δικό του απωθημένο. Και όπως έλεγε κι εκείνη η πυροβολημένη στο βιβλίο «τ’ απωθημένα του κανείς πρέπει να τα διεκπεραιώνει με κάθε τρόπο, σε αυτή τη ζωή όχι σε άλλη. Αν υπάρχει. Όποιο κι αν είναι το τίμημα…».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *