«ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΗΜΑ»

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ της ΣΤΕΛΛΑΣ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΟΥ

        Χριστουγεννιάτικες θύελλες γεμάτες ελπίδα κατέφθασαν στη καρδιά των έντρομων ανθρώπων. Η κοινωνία κρούει τις θύρες για τη γέννηση του θεανθρώπου. Η Βηθλεέμ στολίζεται με χιλιάδες φώτα αναμένοντας το χαρμόσυνο γεγονός μέσα στη ζεστασιά της φάτνης. Κάπου έξω από τη πόλη, τα άστρα, κατευθυντήριες γραμμές για τους μάγους που ξεκίνησαν από μίλια μακριά κουβαλώντας τα υπέροχα δώρα για τον Χριστό. Χιλιάδες χρόνια πριν, μια γέννηση που σήμανε την απαρχή του ανθρώπινου βίου. Χριστός γεννάται. Πόλεις όλου του κόσμου φοράν τα γιορτινά τους, κόσμος σαστισμένος πηγαινοέρχεται στα διάφορα εμπορικά κέντρα για την αγορά δώρων που θα τοποθετήσει κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Λαμπιόνια και γιρλάντες κοσμούν τα σπίτια και μελωδικά τραγούδια ηχούν από κάθε γωνιά. Αγάπη, πίστη και ελπίδα απορρέει από τούτο το χριστουγεννιάτικο πνεύμα.
Ο ζαρωμένος απ’τα χρόνια κύριος με το γκριζωπό κασκέτο του και το μαύρο παλτό του, στέκεται στην άκρη ενός από τα χιλιάδες εμπορικά κέντρα και αναμένει καρτερικά. Κοιτά δεξιά και αριστερά με ανυπομονησία, σαν να περίμενε κάποιον, σαν να ήθελε να συμβεί κάτι… Το κρύο είχε ακινητοποιήσει τα χέρια και τα πόδια του, εκείνος όμως εκεί, άλλωτε να στέκεται και άλλωτε να τριγυρνάει. Θαύμαζε τους περαστικούς οι οποίοι κρατώντας λογιών λογιών χαρτοσακούλες έτρεχαν για να βρουν ένα καταφύγιο ζεστασιάς. Τούτο το απόγευμα το ψύχος ήταν βαρύ, σκέπασε τη πόλη με χαμηλές θερμοκρασίες.

Παραμονή Χριστουγέννων και τα ψυχαγωγικά δρώμενα στη πόλη είχαν ανάψει το κέφι σε μικρούς και μεγάλους θεατές οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των Χριστουγέννων. Πλήθος κόσμου τοποθέτησε τις ευχετήριες κάρτες στο τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο που απλώνονταν στο κέντρο της πόλης. Τα μικρά παιδιά έστελναν τις επιθυμίες τους στον αγαπημένο τους Άγιο Βασίλη με το κόκκινο σκουφί, τα ξωτικά και τα πλούσια δώρα.. Φορώντας τα γιορτινά τους ρούχα, όλοι μαζί τραγούδησαν για τη γέννηση του Χριστού και το έλατο φωτίστηκε με μιας. Σαν ζεστή βροχή έπεσε η αγάπη τούτο το βράδυ γεμίζοντας τις ψυχές των ανθρώπων με ελπιδοφόρα και χαρούμενα συναισθήματα. Μηνύματα ευτυχίας, ελπίδας και αισιοδοξίας κυριαρχούσαν εκείνη τη νύχτα για όλο το κόσμο.

Η πόλη των φώτων γιόρταζε μέχρι αργά τη γέννηση του Χριστού. Κάπου εκεί όμως κρυφά από το αστικό κέντρο τούτης της πόλης, ένα όμορφο κοριτσάκι η Αγνή ορφανό από μητέρα και πατέρα, περίμενε την άφιξη του Άγιου Βασίλη στο ίδρυμα όπου κατοικούσε. Κοιτώντας έξω από το παράθυρο το χιονισμένο τοπίο τα ματάκια της ανοιγόκλειναν με γρηγοράδα. Λαχταρούσε σαν παιδί να εκπληρωθεί η ευχή που έκανε στον Άγιο Βασίλη και τα Χριστούγεννα αυτά να μην είναι μόνη της. Τα υλικά αγαθά δεν της έλειπαν, στο ίδρυμα της παρείχαν ότι χρειάζονταν. Η ψυχή της όμως ήταν κενή. Άδειασε από τη μέρα που μπήκε σε εκείνο το ίδρυμα, τη μέρα που πληροφορήθηκε ότι οι γονείς της δε ζουν πια. Η Αγνή ήταν μοναχοκόρη και οι γονείς της τη λάτρευαν. Μόλις οκτώ χρονών κοριτσάκι είχε ανάγκη από μια οικογένεια, ένα σπιτικό. Καθώς το ρολόι είχε σημάνει μεσάνυχτα, η Αγνή δεν άντεξε στην αναμονή. Πήρε λοιπόν ένα παλτουδάκι, το σκούφο και τα γάντια της και κρυφά βγήκε από το ίδρυμα. Ήθελε να συναντήσει τον Άγιο Βασίλη. Βαθιά μέσα της ήξερε ότι θα τον δει.

Η πόλη άρχιζε σιγά σιγά να αδειάζει από κόσμο οι οποίοι λόγω του ψύχους μετέβησαν στα σπίτια τους. Το χιόνι ξεκίνησε δειλά δειλά να πέφτει από τα πυκνά σύννεφα που είχαν σκεπάσει το μεγαλείο του ουρανού. Σιωπηλοί δρόμοι δέχονταν το άγγιγμα του λευκού χιονιού. Νιφάδες κούρνιασαν στα κλαδιά των δέντρων, ανέμειξαν τα χρώματά τους και μαζί έγιναν το απόλυτο ένα. Τα χιλιάδες λαμπιόνια του δέντρου που κοσμούσε το κέντρο της πόλης αναβόσβηναν με νότα χαρωπή, ελκύονταν από την αθωότητα του χιονιού. Το ορφανοτροφείο δεν απείχε πολύ από το κέντρο όπου είχε τοποθετηθεί εκτός από το έλατο και μια φάτνη. Η μικρή Αγνή δεν άργησε να μεταβεί εκεί. Το λευκό τοπίο είχε αρχίσει να ντύνεται σιγά σιγά και να εγκαθίσταται στη πόλη καθώς χιόνιζε για ώρες. Αφού έγνεψε το τεράστιο σε ύψος έλατο η Αγνή στάθηκε μπροστά από τη φάτνη και κοίταζε με θαυμασμό τις φιγούρες. Θέλησε για λίγο να ζεσταθεί και έτσι πήρε τη θέση δίπλα στη μητέρα του Χριστού.

Περνούσε η ώρα και τα μαγαζιά της πόλης είχαν βάλει λουκέτο για τις επόμενες γιορτινές ημέρες. Κανείς πια δε περπατούσε εκείνη την ώρα στο δρόμο. Η Αγνή καθισμένη μέσα στη φάτνη είχε την ελπίδα ότι ακόμα και εκείνη τη στιγμή η ευχή της θα πραγματοποιούνταν, θα εμφανίζονταν μπροστά της ο Άγιος Βασίλης. Μάταια όμως. Το κοριτσάκι άκρως απογοητευμένο πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Ξάφνου άκουσε πίσω της μια φωνή. Ο κύριος με το κασκέτο φαίνεται πως δεν ήταν ο μόνος ο οποίος περιπλανιόταν στη πόλη μέχρι αργά. Φαίνεται πως με το κοριτσάκι έκρυβαν καλά το δικό τους μυστικό. Η Αγνή γύρισε στο κάλεσμά του. Ο κύριος ρώτησε το κοριτσάκι που πηγαίνει τέτοια ώρα. «Εκεί» αποκρίθηκε εκείνη δείχνοντας με λυπηρό βλέμμα τον δρόμο που οδηγούσε στο ίδρυμα. «Θα σε συνοδεύσω εγώ μέχρι εκεί, είναι πολύ αργά» απάντησε ο άντρας.

Στον γυρισμό για το ίδρυμα τα μάτια της Αγνής βούρκωσαν. Δεν ήθελε να γυρίσει στην προσωπική φυλακή της. Λυπόταν που δεν θα γιόρταζε τα Χριστούγεννα με τους γονείς της οι οποίοι μεταμορφώθηκαν πια σε φύλακες άγγελοι και την προστάτευαν από τον ουρανό. Ο άντρας αντιλήφθηκε τα δάκρυα του μικρού κοριτσιού και της προσέφερε το μαντίλι του για να σκουπιστεί. Και εκείνος ζούσε μόνος εδώ και χρόνια. Πάλευε καθημερινά με τους δαίμονές του για να ξεφύγει από τη φυλακή του. Οι μνήμες με τα αγαπημένα του πρόσωπα είχαν χαραχτεί για πάντα στο μυαλό του. Ότι αγαπούσε το άφησε πίσω του σε άλλα πια μέρη, έκτοτε ζεί σε τούτη τη πόλη. Δεν ήξερε τι ήταν χειρότερο. Να ζει βουτηγμένος στη μοναξιά του ή να του έρχονται αναμνήσεις απ’τα παλιά με τα αγαπημένα του πρόσωπα που πλέον δεν είναι μαζί του; Οι καρδιές και των δύο πάλλονταν δυνατά. Ξημέρωνε Χριστούγεννα.

Όταν πια έφτασαν έξω από το ίδρυμα ο άντρας ρώτησε ξανά το κοριτσάκι «Τι έκανες τέτοια ώρα έξω;» και η Αγνή απάντησε «Έγραψα μια κάρτα στον Άγιο Βασίλη και του είπα ότι φέτος τα Χριστούγεννα θέλω να έχω μια πραγματική οικογένεια, δε θέλω να μένω άλλο πια εδώ πέρα. Αλλά ο Άγιος Βασίλης δεν μου απάντησε ποτέ και έμεινα ξύπνια να τον περιμένω όλο το βράδυ. Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης» είπε με θυμό η Αγνή κάνοντας την κίνηση να μπει μέσα στο ίδρυμα. Τότε ο άντρας συγκινημένος από το αθώο βλέμμα του κοριτσιού και τα λόγια του, τραβώντας τη από το χέρι της απάντησε «Ο Άγιος Βασίλης υπάρχει κορίτσι μου, αρκεί να το πιστέψεις βαθιά μέσα σου και τότε θα πραγματοποιήσει την ευχούλα σου». Η Αγνή τον κοίταξε με απορία ωστόσο της άρεσε η απάντηση του άντρα. Ήθελε να πιστέψει στο πνεύμα των Χριστουγέννων και στον Άγιο Βασίλη με τα δώρα καθώς ήταν ο μόνος που μπορούσε να κάνει την ευχή της να πραγματοποιηθεί. Ο κύριος με το κασκέτο, πράος και ήρεμος στο πρόσωπο, πρότεινε στο κοριτσάκι αν θα επιθυμούσε να γιορτάσουν μαζί την ημέρα των Χριστουγέννων. Η Αγνή δεν γνώριζε τον πελώριο άντρα με το κασκέτο, ωστόσο το φιλικό και οικείο βλέμμα του την προσέγγισε, είδε στα μάτια του κάτι το οποίο δε συγκρίνονταν, και χωρίς δεύτερη σκέψη δέχτηκε. Ο άντρας αφού πήρε την άδεια από το ίδρυμα πήρε το κοριτσάκι σπίτι του. Στόλισαν μαζί το χριστουγεννιάτικο δέντρο, άναψαν το τζάκι και μαγείρεψαν για το γιορτινό τραπέζι. Η ευτυχία στα πρόσωπά τους ήταν απερίγραπτη. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια και οι δύο ένιωθαν πληρότητα και όμορφα συναισθήματα κατέκλισαν τις ψυχές τους. Η ευχή της Αγνής έγινε πραγματικότητα στηριζόμενη πάντα στον αγαπημένο της Άγιο Βασίλη όπου χάρις σε αυτόν δε γιόρτασε τα Χριστούγεννα μέσα σε εκείνο το ίδρυμα αλλά με τη συντροφιά κάποιου που τη λάτρεψε από τη πρώτη κιόλας στιγμή!

Η Αγνή και ο κύριος με το κασκέτο δεν χωρίστηκαν ποτέ ξανά! Υιοθέτησε τη μικρή χαρίζοντάς της όμορφα μελλοντικά χρόνια καθώς και εφόδια ζωής μεγαλώνοντας τη με αξιοπρέπεια. Ο ένας συνοδοιπόρος του άλλου, πατέρας πια και κόρη πορεύθηκαν μαζί περνώντας αρκετές δεκαετίες παρέα ενθυμούμενοι πάντα την εποχή των Χριστουγέννων σε εκείνο το κατάλευκο νυχτερινό τοπίο.

ΤΟ ΠΛΟΙΟ της ΣΤΕΛΛΑΣ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΟΥ

         Σαλπάραμε προς άγνωστους χειμώνες και καυτά καλοκαίρια… Η μυρωδιά των γλάρων τρυπούσε νοερά τις σκέψεις μας και οι θαλασσόλυκοι του πλοίου ρέμβαζαν το πέλαγος επιδεικτικά. Μαζί για χρόνια σε τούτο το καράβι να ταξιδεύουμε και το πλοίο να πιάνει το ένα λιμάνι μετά το άλλο. Ασύγκριτα το ένα με το άλλο, το καθένα μοναδικό και με το δικό του μήνυμα. Επιβάτες επιβιβάζονταν και αποβιβάζονταν λες και ήταν φορτία που έτρεχαν μανιωδώς σε κάποιο δικό τους προορισμό. Κι εμείς εκεί, στον δικό μας προορισμό να μας αναμένει καρτερικά. Η συντροφιά το δυνατό μας όπλο. Ο γύρος του κόσμου με ένα καράβι με τεράστια πανιά να απλώνονται στο καταγάλανο του ουρανού. Η θάλασσα άλλοτε φουρτουνιασμένη με θηριώδη κύματα να πρωταγωνιστούν και με τη πλώρη του να τα διαπερνά με μιας, κι άλλοτε γαλήνια και ήσυχη, να μένουμε άναυδοι σε τούτο το δημιούργημα της φύσης απολαμβάνοντας στο κατάστρωμα το ειδυλλιακό ηλιοβασίλεμα. Η νύχτα μας βρίσκει παρέα να κουβεντιάζουμε με μάρτυρα το ολόγιομο φεγγάρι και τη κατάμαυρη πλέον θάλασσα. Ήσυχα βράδια στο πλοίο… μακριά από όλους όσους θέλαμε να ξεφύγουμε ωστόσο η σκέψη μας μένει πάντα δίπλα σε εκείνους που αγαπάμε κι ας είναι μίλια μακριά μας τούτη την ώρα. Οι πόλεις χύνουν το άπλετο φως στη θάλασσα και φωτίζονται με μιας. «Αριβάρουμε» φώναξε ο καπετάνιος τα μεσάνυχτα. Το πλοίο κατέφθασε σε πόλη. Ο φάρος του λιμανιού αναβόσβηνε σαστισμένος. Εύκολα διέκρινες το εύρος της από τη φωτοχυσία που διαπνέονταν από παντού, καθώς και από τους εκθαμβωτικούς ουρανοξύστες που υψώνονταν μπροστά μας. Κλεφτές ματιές έπεφταν από το κατάστρωμα σε τούτη τη πόλη. Η περιέργεια μας έτρωγε τα σωθικά. Θέλαμε να την ανακαλύψουμε, έστω και με το μάτι. Γνωρίζαμε βέβαια και οι δύο πως ούτε και δαύτη η πόλη είναι ο προορισμός μας. Εποχές, χρόνος, ημερόνυχτα δεν μας ενδιέφεραν παρά μόνο ο τελικός προορισμός. Φυσικά όταν έπιανε να καλοκαιριάσει, και η θάλασσα ήταν πιο ήρεμη διότι έφθανε η εποχή της, γαληνεύαμε και εμείς. Η ψυχή μας πάντα θα αποζητά το καλοκαίρι περισσότερο από έναν απρόσωπο χειμώνα. Θα πιαστούμε στα δίχτυα του θέρους και μαζί όχι χωριστά, μαζί θα χαθούμε ανέμελοι και ευτυχισμένοι… το χώρια δεν έχει θέση ούτε στο πλοίο ούτε στο καλοκαίρι μας. Ο κοινός «μπούσουλας» που διέθεταν οι ναυτικοί για να ανακαλύψουν νέα σημεία στο χάρτη τους όπου θα πλεύσουν, η πυξίδα με τα τέσσερα χαρακτηριστικά γράμματα μέσα της. Μοναδικός μας οδηγός η συντροφιά μας και η ένταση συναισθήματος που απέπνεε και από τους δυο μας. Πριν προλάβουμε καν να σκεφτούμε επιβιβαστήκαμε μαζί με εισιτήριο δίχως γυρισμό. «Ειρηνικός, Ατλαντικός, Ινδικός» φωνάζουμε δυνατά γελώντας και οι δυο. Γνωριμία, Ταξίδι, Έρωτας, φωνάζει η μοίρα σκίζοντας της θάλασσας τα κύματα. Όνειρο ζωής τούτο το ταξίδι. Ήταν γραφτό να συναντηθούμε εμείς οι δύο. Το πλοίο το πεπρωμένο μας , ο προορισμός η ζωή μας. Οι στάσεις στα λιμάνια πόλεων, οι επιλογές μας και οι επιβαίνοντες, εκείνοι οι απλοί άγνωστοι γνωστοί περαστικοί που έρχονται είτε για να μείνουν είτε για να φύγουν. Κι εμείς μαζί, αγκαλιά, η θέση μας μπροστά στο κατάστρωμα να αγναντεύουμε το απέραντο μπλε της θάλασσας που μέσα της βυθιζόμαστε και εμείς πορευμένοι στο άγνωστο.

Η ΜΑΧΗ του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΛΚΟΠΟΥΛΟΥ

Για πολλά χρόνια κατάφερα να φύγω μακριά από τη μάχη. Η ζωή που είχα οργανώσει, σε μια ανύποπτη γωνιά της μεγάλης πόλης, χαρακτηριζόταν από την ατονία και την επανάληψη. Η ατονία κάλυπτε την άγνωστη κατεύθυνση της φυγής μου από τη μάχη, η επανάληψη βελτίωνε συνεχώς τις μεθόδους με τις οποίες μπορούσα να ελέγχω ο, τι ακόμα και έτσι έφτανε ως εμένα από το ζοφερό παρελθόν. Στηριγμένος σε ένα μικρό και σταθερό εισόδημα, κατόρθωνα να προχωρώ δίχως τις τυμπανοκρουσίες μιας επιδεικτικής ζωής.

Το όνομα μου, το παλιό εκείνο, συνδεδεμένο με τη μάχη όνομα, το είχα κρατήσει μα έκρινα ότι με την αλλαγή της διεύθυνσης μου και των χαμηλών τόνων της ζωής μου δε θα κινητοποιούσε τίποτε ως εμένα. Η μάχη, μια μακρινή ανάμνηση που πλέον σχεδόν δε με αφορούσε ούτε καν σαν μια συνιστώσα του λησμονημένου παρελθόντος, με κάποια προσπάθεια εκτοπιζόταν ακόμα και από τους πιο σκοτεινούς μου συνειρμούς. Σε μια κατάσταση όπως αυτή, που ακριβώς είχε οργανωθεί με το σαφή στόχο να επιφέρει τη λήθη, μπορούσα να συνεχίζω στη ζωή δίχως ιδιαίτερη έγνοια για οτιδήποτε ήμουν στα αλλοτινά χρόνια.

Καμιά φορά μόνο, καθώς στεκόμουν στο μικρό μπαλκόνι του σπιτιού μου, και άφηνα το βλέμμα μου να περιπλανιέται άσκοπα στην πυκνοκτισμένη θέα κάτω, έφταναν ως τα αυτιά μου σιγανοί ήχοι, που κάπου-κάπου έμοιαζαν σε ένα βαθμό και με πολεμικές ιαχές. Μα ήταν και αυτοί σαν κάτι που κατέληγε αδύναμο από μεγάλη απόσταση ως εδώ, και σύντομα, κάνοντας κάτι τόσο απλό όσο ένα κούνημα του κεφαλιού, επιβεβαίωνα πως πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό.

Μια από εκείνες τις φορές ήταν, που είχα γυρίσει να κοιτάξω προς το σημείο όπου εντόπιζα τον αμυδρό ήχο. Είχε τη πηγή του σε ένα άλλο μπαλκόνι, μακριά από το δικό μου και λοξά σε αυτό. Εκεί έστεκε ένας άνθρωπος και φανερά είχε μόλις απευθύνει το λόγο σε έναν άλλο πίσω του, αθέατο στο εσωτερικό του δωματίου. Έμεινα λίγο να τον κοιτάζω, ήταν ένας λίγο μεγαλύτερος μου, ντυμένος με μαύρα ρούχα, μια λεπτή ζακέτα ανέμιζε στο γιακά από τον αέρα που ξαφνικά δυνάμωνε. Έπειτα γύρισα στο δωμάτιο μου και δεν τον ξανασυλλογίστηκα.

Τώρα είναι λίγη ώρα που με έχει πιάσει μια ανησυχία. Η μάχη βέβαια είναι τόσο λησμονημένη όπως και πάντα, όμως εγώ δε νοιώθω το ίδιο ήρεμος με αυτή την εκτίμηση. Θα μπορούσα να μου συστήσω να απαρνηθώ και αυτές τις λίγες εξόδους μου στο μπαλκόνι σαν πέσει το βράδυ, όμως ένα τέτοιο μέτρο για την ώρα μου μοιάζει υπερβολικό. Ίσως να αφέθηκα λίγο περισσότερο να περιπλανηθώ στις σκέψεις μου. Ίσως κάτι μέσα μου να σκίρτησε, θυμίζοντάς μου παλιότερες έγνοιες. Ίσως να άκουσα και πάλι το ίδιο λαθεμένα, αλλά τώρα πιο δυνατά τον ήχο από το άλλο μπαλκόνι. Γεγονός όμως είναι πως, όταν γύρισα προς το μέρος του, μπροστά από τη διάπλατα ανοικτή πόρτα του άλλου μπαλκονιού έστεκε ένας με πλήρη ιπποτική εξάρτηση, η μαύρη πανοπλία σχημάτιζε βαθουλώματα όπου θα έπρεπε να είχε κανείς αχρηστεύσει μια πρωτοβουλία επίθεσης με ένα σπαθί, η περικεφαλαία ήταν κατεβασμένη σε ετοιμότητα για την απόκρουση και του πιο καταστροφικού κτυπήματος… Παρόλα αυτά, ο ιππότης έστεκε ήρεμος, όσο του το επέτρεπαν οι βαριές του κλειδώσεις είχε ανεβάσει το ένα του πόδι για να περνά ανάμεσα από τα χάσματα στα κάγκελα, στην κορυφή των οποίων ακουμπούσε τα χέρια του και γερμένος πάνω τους κοιτούσε προς το μέρος μου.

Ήταν αληθινά αυτό μια υπενθύμιση ότι η μάχη, έστω και δίχως τη συμμετοχή μου, ακόμα είναι σε εξέλιξη; Ήταν εκείνος ο ιππότης ένας από τους πολεμιστές που διασκορπίστηκαν παντού σε αναζήτησή μου; Ή μήπως- ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο συνδεδεμένα ήταν όλα!- οφειλόταν η παρουσία τους και σε αυτό το σημείο της πόλης ακριβώς σε μια ανάγκη να βρεθώ, έπειτα από τόσο καιρό, για άλλη μια φορά να μεταφερθώ πίσω στη μάχη, καβάλα στον ίππο, περνώντας κάτω από την καμάρα της πύλης, μια εμπροσθοφυλακή υπό τις διαταγές μου, θα ριχνόμασταν ξανά, το χέρι μπροστά με το σπαθί να δείχνει αέναα προς το πεδίο που πρέπει ακόμα να κατακτηθεί!

Δε γνωρίζω τι από όλα αυτά είναι δυνατό να συμβαίνει. Αλλά τείνω να πιστέψω πως η οργάνωση αυτού του στρατεύματος, αργά ή γρήγορα, έλκεται από τα μέλη του. Σαν το νερό που κυλά από το ψηλότερο στο χαμηλότερο σημείο, αρκεί να υπάρχει ένα ακόμα χαμηλότερο για να εξασφαλιστεί η διαρκής του ροή, και εκείνη η οργάνωση δεν απαιτεί κάτι περισσότερο για να θέσει σε εφαρμογή αυτό το κυνήγι από την ίδια την ύπαρξη μιας ακόμα πιο χαμένης, ακόμα πιο προφυλαγμένης κρυψώνας…