«ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΗΜΑ»

Η ΜΑΧΗ του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΛΚΟΠΟΥΛΟΥ

Για πολλά χρόνια κατάφερα να φύγω μακριά από τη μάχη. Η ζωή που είχα οργανώσει, σε μια ανύποπτη γωνιά της μεγάλης πόλης, χαρακτηριζόταν από την ατονία και την επανάληψη. Η ατονία κάλυπτε την άγνωστη κατεύθυνση της φυγής μου από τη μάχη, η επανάληψη βελτίωνε συνεχώς τις μεθόδους με τις οποίες μπορούσα να ελέγχω ο, τι ακόμα και έτσι έφτανε ως εμένα από το ζοφερό παρελθόν. Στηριγμένος σε ένα μικρό και σταθερό εισόδημα, κατόρθωνα να προχωρώ δίχως τις τυμπανοκρουσίες μιας επιδεικτικής ζωής.

Το όνομα μου, το παλιό εκείνο, συνδεδεμένο με τη μάχη όνομα, το είχα κρατήσει μα έκρινα ότι με την αλλαγή της διεύθυνσης μου και των χαμηλών τόνων της ζωής μου δε θα κινητοποιούσε τίποτε ως εμένα. Η μάχη, μια μακρινή ανάμνηση που πλέον σχεδόν δε με αφορούσε ούτε καν σαν μια συνιστώσα του λησμονημένου παρελθόντος, με κάποια προσπάθεια εκτοπιζόταν ακόμα και από τους πιο σκοτεινούς μου συνειρμούς. Σε μια κατάσταση όπως αυτή, που ακριβώς είχε οργανωθεί με το σαφή στόχο να επιφέρει τη λήθη, μπορούσα να συνεχίζω στη ζωή δίχως ιδιαίτερη έγνοια για οτιδήποτε ήμουν στα αλλοτινά χρόνια.

Καμιά φορά μόνο, καθώς στεκόμουν στο μικρό μπαλκόνι του σπιτιού μου, και άφηνα το βλέμμα μου να περιπλανιέται άσκοπα στην πυκνοκτισμένη θέα κάτω, έφταναν ως τα αυτιά μου σιγανοί ήχοι, που κάπου-κάπου έμοιαζαν σε ένα βαθμό και με πολεμικές ιαχές. Μα ήταν και αυτοί σαν κάτι που κατέληγε αδύναμο από μεγάλη απόσταση ως εδώ, και σύντομα, κάνοντας κάτι τόσο απλό όσο ένα κούνημα του κεφαλιού, επιβεβαίωνα πως πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό.

Μια από εκείνες τις φορές ήταν, που είχα γυρίσει να κοιτάξω προς το σημείο όπου εντόπιζα τον αμυδρό ήχο. Είχε τη πηγή του σε ένα άλλο μπαλκόνι, μακριά από το δικό μου και λοξά σε αυτό. Εκεί έστεκε ένας άνθρωπος και φανερά είχε μόλις απευθύνει το λόγο σε έναν άλλο πίσω του, αθέατο στο εσωτερικό του δωματίου. Έμεινα λίγο να τον κοιτάζω, ήταν ένας λίγο μεγαλύτερος μου, ντυμένος με μαύρα ρούχα, μια λεπτή ζακέτα ανέμιζε στο γιακά από τον αέρα που ξαφνικά δυνάμωνε. Έπειτα γύρισα στο δωμάτιο μου και δεν τον ξανασυλλογίστηκα.

Τώρα είναι λίγη ώρα που με έχει πιάσει μια ανησυχία. Η μάχη βέβαια είναι τόσο λησμονημένη όπως και πάντα, όμως εγώ δε νοιώθω το ίδιο ήρεμος με αυτή την εκτίμηση. Θα μπορούσα να μου συστήσω να απαρνηθώ και αυτές τις λίγες εξόδους μου στο μπαλκόνι σαν πέσει το βράδυ, όμως ένα τέτοιο μέτρο για την ώρα μου μοιάζει υπερβολικό. Ίσως να αφέθηκα λίγο περισσότερο να περιπλανηθώ στις σκέψεις μου. Ίσως κάτι μέσα μου να σκίρτησε, θυμίζοντάς μου παλιότερες έγνοιες. Ίσως να άκουσα και πάλι το ίδιο λαθεμένα, αλλά τώρα πιο δυνατά τον ήχο από το άλλο μπαλκόνι. Γεγονός όμως είναι πως, όταν γύρισα προς το μέρος του, μπροστά από τη διάπλατα ανοικτή πόρτα του άλλου μπαλκονιού έστεκε ένας με πλήρη ιπποτική εξάρτηση, η μαύρη πανοπλία σχημάτιζε βαθουλώματα όπου θα έπρεπε να είχε κανείς αχρηστεύσει μια πρωτοβουλία επίθεσης με ένα σπαθί, η περικεφαλαία ήταν κατεβασμένη σε ετοιμότητα για την απόκρουση και του πιο καταστροφικού κτυπήματος… Παρόλα αυτά, ο ιππότης έστεκε ήρεμος, όσο του το επέτρεπαν οι βαριές του κλειδώσεις είχε ανεβάσει το ένα του πόδι για να περνά ανάμεσα από τα χάσματα στα κάγκελα, στην κορυφή των οποίων ακουμπούσε τα χέρια του και γερμένος πάνω τους κοιτούσε προς το μέρος μου.

Ήταν αληθινά αυτό μια υπενθύμιση ότι η μάχη, έστω και δίχως τη συμμετοχή μου, ακόμα είναι σε εξέλιξη; Ήταν εκείνος ο ιππότης ένας από τους πολεμιστές που διασκορπίστηκαν παντού σε αναζήτησή μου; Ή μήπως- ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο συνδεδεμένα ήταν όλα!- οφειλόταν η παρουσία τους και σε αυτό το σημείο της πόλης ακριβώς σε μια ανάγκη να βρεθώ, έπειτα από τόσο καιρό, για άλλη μια φορά να μεταφερθώ πίσω στη μάχη, καβάλα στον ίππο, περνώντας κάτω από την καμάρα της πύλης, μια εμπροσθοφυλακή υπό τις διαταγές μου, θα ριχνόμασταν ξανά, το χέρι μπροστά με το σπαθί να δείχνει αέναα προς το πεδίο που πρέπει ακόμα να κατακτηθεί!

Δε γνωρίζω τι από όλα αυτά είναι δυνατό να συμβαίνει. Αλλά τείνω να πιστέψω πως η οργάνωση αυτού του στρατεύματος, αργά ή γρήγορα, έλκεται από τα μέλη του. Σαν το νερό που κυλά από το ψηλότερο στο χαμηλότερο σημείο, αρκεί να υπάρχει ένα ακόμα χαμηλότερο για να εξασφαλιστεί η διαρκής του ροή, και εκείνη η οργάνωση δεν απαιτεί κάτι περισσότερο για να θέσει σε εφαρμογή αυτό το κυνήγι από την ίδια την ύπαρξη μιας ακόμα πιο χαμένης, ακόμα πιο προφυλαγμένης κρυψώνας…

ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ του ΖΑΧΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Το ποδήλατο

***

Πεταλιά-πεταλιά ξεκίνησα να σε βρω,

σ’ ένα ραντεβού που μόνος μου έκλεισα.

Στοίχημα ζωής, ταξίδι στο χρόνο,

πραγμάτωση φαντασίας, ανάσα ελπίδας.

Δρόμοι καρδιάς μοναχικοί και δύσκολοι,

ηλιοκαμένοι, βροχεροί.

Πουθενά δεν σε βρήκα.

Δεν απελπίστηκα…

***

Πεταλιά-πεταλιά σε έψαξα γύρω μου,

μυρίζοντας αέρα, κυνηγώντας σύννεφα.

μετρώντας αστέρια, ακούγοντας κύματα.

Θα με οδηγήσουν σε σένα, σημάδια ψυχής.

Συνεχίζω μονάχος το δρόμο μου.

Δεν το βάζω κάτω, δεν σταματώ.

Δεν συμβιβάζομαι.

Ελπίζω, ζω…

***

Ζάχος Βασιλείου

ΑΤΥΧΗΣ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΩΤΣΙΑ

Το κίτρινο ταξί σταμάτησε με ένα μουγκρητό απέναντι από την μονοκατοικία στην οδό Υακίνθου 11. Η πόρτα άνοιξε και από το αυτοκίνητο ξεπρόβαλε η κουρασμένη φιγούρα του άντρα. Με βήματα αργά από την κούραση της βραδινής βάρδιας, διέσχισε το στενό δρομάκι και άνοιξε την εξώπορτα.
Η πρώτη κίνησή του πάντα είναι να πετάξει τα κλειδιά του σπιτιού στο κομοδίνο δίπλα στην πόρτα, να βγάλει το μπουφάν του και να το κρεμάσει στον καλόγερο, να φωνάξει «αγάπη, ο άντρας γύρισε» και τέλος να πάει να αδειάσει το «ντεπόζιτό» του στην τουαλέτα. Είναι δυνατόν να με πιάνει κάθε μα κάθε φορά μετά την οδήγηση, έχει σκεφτεί πάμπολλες φορές αλλά εξήγηση στον εαυτό του δεν έχει καταφέρει να δώσει ακόμα.
Αυτή τη φορά όμως δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά. Μόλις έκλεισε με θόρυβο την πόρτα πίσω του κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν είχε συχνά προαισθήματα και ούτε πίστευε ιδιαίτερα σε αυτά αλλά τώρα μια φωνή μέσα του δεν έβαζε γλώσσα μέσα της.
Τα βήματά του από αργά και νωχελικά έγιναν γρήγορα και ανυπόμονα και με δυο-τρεις δρασκελιές έφτασε στην κρεβατοκάμαρα. Όταν αντίκρισε την μισοάδεια ντουλάπα της Χρύσας για κάποιο περίεργο λόγο δεν παραξενεύτηκε, σαν να το περίμενε. Όμως δεν το περίμενε καθόλου.
Βγήκε από την κρεβατοκάμαρα φουριόζος με σκοπό να πάρει το κινητό του, όταν με την άκρη του ματιού του είδε μπροστά στο τραπεζάκι της τηλεόρασης κάτι που φαινόταν σαν διπλωμένο χαρτί.
Και ήταν όντως ένα διπλωμένο χαρτί :

Αντώνη έχω φύγει απ’ το σπίτι. Έφυγα λίγο μετά από σένα το βράδυ. Θα μείνω στη μητέρα μου αλλά σε παρακαλώ να μην τηλεφωνήσεις αν δεν σε πάρω πρώτα εγώ. Δεν ήθελα να τελειώσουν έτσι 5 χρόνια γάμου αλλά έχω κουραστεί να προσπαθώ μόνο εγώ. Σ’ αγαπώ αλλά δεν αρκεί. Τα υπόλοιπα πράγματά μου θα τα πάρω κάποια άλλη στιγμή. Αφήνω αυτό το σημείωμα στην τηλεόραση γιατί εκεί ΣΙΓΟΥΡΑ θα το δεις (αχ να ήξερες πόσες βραδιές ζήλευα την τηλεόρασή μας!!) Μην ξεχνάς να ταΐζεις τον Φρέντυ.

Χρύσα

«Να πάει να γαμηθεί το κωλόψαρο» φώναξε δυνατά και τσαλάκωσε το γράμμα λες και από όλα όσα διάβασε αυτό του έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση.
«Ποιόν κοροϊδεύεις μεγάλε;» ξαναμίλησε η φωνή μέσα του.
«Αφού ήξερες ότι θα σε παρατήσει. Δεν είναι η Χρύσα για ένα ρεμάλι σαν εσένα. Και τόσα χρόνια που έκατσε πάλι καλά να λες. Αφού είσαι ένας άχρηστ..
«ΣΚΑΣΕΕΕ» ξαναφώναξε. «Δεν υπάρχεις!!»
«Εγώ μπορεί να μην υπάρχω αλλά η Χρύσα σε παράτησε και εσύ είσαι ένας σκατοάχρηστος!!»
Τότε μόνο ο Αντώνης κατάλαβε πόσο την αγαπούσε. Ξάπλωσε στον καναπέ με το τσαλακωμένο χαρτί ακόμα στα χέρια του, έκλαψε και αποκοιμήθηκε.
Στον ύπνο του είδε πως ήταν οι δυο τους πιασμένοι χέρι-χέρι στο πάρκο όπως τότε πριν από έξι χρόνια όταν της είχε κάνει πρόταση γάμου. Περπάτησαν, περπάτησαν ώσπου η Χρύσα τον φίλησε και του είπε δακρυσμένη ότι ήταν έγκυος.
Πετάχτηκε με μια κραυγή από τον καναπέ και συνειδητοποίησε πως ήταν ένας εφιάλτης. Τόσα χρόνια προσπαθούσαν αλλά δεν τα είχαν καταφέρει να αποκτήσουν παιδί. Και αυτός ήταν ένας λόγος που ο Αντώνης άρχισε να της συμπεριφέρεται άσχημα. Θυμήθηκε πως της είχε μιλήσει πριν μερικές βδομάδες αποκαλώντας την άχρηστη και όταν αυτή πήγε να του απαντήσει την χτύπησε στο πρόσωπο. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι στη σχέση τους. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που σήκωνε χέρι πάνω της.

***

Ο πατέρας του Αντώνη είχε σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα όταν αυτός ήταν 12 χρονών. Κάθε Σάββατο βράδυ έβγαινε με τους φίλους του σε ένα ταβερνάκι στο κέντρο της πόλης και συνήθως το ξημερώνανε αφού η Κυριακή γι’ αυτόν ήταν ημέρα ξεκούρασης. Ένα Σάββατο όμως ήπιε τόσο όσο χρειαζόταν για να σκοτωθεί. Από τότε ο Αντώνης ορκίστηκε να μην οδηγήσει ποτέ του μεθυσμένος. Έπρεπε να περάσουν 25 ολόκληρα χρόνια για να καταπατήσει τον όρκο του.
Η ανάσα του βρωμούσε αλκοόλ και τα ρούχα του που είχε να τα αλλάξει τρεις μέρες μύριζαν έντονα από τον ιδρώτα του. Δεν τον ένοιαζε όμως. Αυτό που τον ένοιαζε ήταν να μπει στο αναθεματισμένο ταξί και να τελειώνει με την δουλεία που είχε να κάνει.
Το αμάξι πήρε μπρος αλλά ο Αντώνης δεν ξεκίνησε αμέσως. Ακούμπησε το κεφάλι του στο δερμάτινο κάθισμα και έδειξε προς στιγμήν να διστάζει.
«Τι έγινε μεγάλε εκτός από άχρηστος είσαι και χέστης ;» μίλησε η φωνή μέσα του. Αυτός με ένα νεύμα του χεριού του λες και καθόταν κάποιος συνοδηγός έδιωξε την φωνή, έβαλε ταχύτητα και ξεκίνησε.
Το ραδιόφωνο αν και συνήθως ήταν υπέροχη συντροφιά, ειδικά τα βράδια, τώρα ήταν κλειστό. Δεν είχε χρόνο για τέτοιες αηδίες. Έπρεπε άλλα πράγματα να γίνουν πρώτα. Μετά από ένα τέταρτο περίπου άσκοπης περιπλάνησης στην παραλιακή κυρίως οδό είδε από μακριά μια γυναίκα να του κάνει νόημα να σταματήσει. Δεν το πιστεύω σκέφτηκε. Είναι ακριβώς αυτή που χρειάζομαι.
Πάρκαρε το ταξί δίπλα στην κοπέλα και μόνο όταν μπήκε στο πίσω κάθισμα συνειδητοποίησε την απίστευτη ομοιότητα. Ήταν ψιλή, λεπτή, με μαύρα μαλλιά και γλυκό πρόσωπο. Ή είχε πιεί πάρα πολύ ή αυτή η τύπισσα έμοιαζε πάρα πολύ με τη Χρύσα.
Όταν αυτή του εξήγησε τον προορισμό της προσποιήθηκε τον ευγενικό. «Βεβαίως» της απάντησε χαρίζοντάς της το πιο γλυκό χαμόγελό του. Και τότε ξεκίνησε ο μονόλογος :
«Ξέρετε δεσποινίς μου είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό σκοπεύω να σας κάνω δωρεάν την κούρσα. Ναι! Αλήθεια είμαι πολύ χαρούμενος. Πριν μερικές μέρες έμαθα ότι θα γίνω πατέρας και ξέρετε πως είναι αυτά. Προσπαθούσαμε αρκετά χρόνια με την Χρύσα μου και τώρα επιτέλους τα καταφέραμε»
Μαράκι πέσαμε σε ένα τρελό πολυλογά, σκέφτηκε η κοπέλα χωρίς να ξέρει ότι κατά το ήμισυ η σκέψη της ήταν σωστή: Ο Αντώνης ήταν πλέον τρελός αλλά όχι πολυλογάς.
«Ναι ναι!!» συνέχισε αυτός απτόητος. «Τώρα βέβαια η Χρύσα μου είναι στη μητέρα της για να την προσέχει περισσότερο με την εγκυμοσύνη αλλά εγώ κάθε μέρα την επισκέπτομαι και της πηγαίνω ό,τι χρειάζεται. Ξέρετε πως είναι οι έγκυες όλο κάτι περίεργα ζητούν αλλά δεν πειράζει η Χρύσα μου με έχει κάνει τον πιο χαρούμενο άνθρωπο στον κόσμο!!»
Η Μαρία εδώ και ώρα δεν τον πρόσεχε ιδιαίτερα αλλά κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά. (Εκτός του ότι συνεχώς μιλάει, μιλάει, μιλάει… αυτό δεν κάνουν όλοι οι ταρίφες άλλωστε;) Αυτός λέει ότι πετάει απ’ την χαρά του αλλά η Μαρία θα ορκιζόταν ότι από τον καθρέφτη τον είδε να κλαίει. Προτίμησε όμως να μην πει τίποτα.
Το ταξί συνέχισε την διαδρομή του και ο Αντώνης δεν σταμάτησε να της περιγράφει στιγμές χαράς με τη γυναίκα του από το παρελθόν. Ώσπου ξαφνικά του ήρθε μια εικόνα στο μυαλό. Είδε τον Φρέντυ, το χρυσόψαρό τους, να κολυμπά ανέμελο στη γυάλα του. Και τότε ξαφνικά με ένα πήδημα βρέθηκε στο πάτωμα να σπαρταράει σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γυρίσει πίσω στο νερό. Ο θάνατος πλησίαζε και αυτό συνέχισε να σπαρταράει.
Ο Αντώνης έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε το γκομενάκι που καθόταν πίσω να σπαρταράει ζητώντας μάταια αέρα. Και του άρεσε αυτή η ιδέα και χαμογέλασε.
Το ταξί έστριψε αριστερά και πάλι αριστερά και βρέθηκε μετά από λίγο πίσω στον κεντρικό παραλιακό δρόμο. Η Μαρία προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί όμως ο οδηγός κατέβασε τα παράθυρα και επιτάχυνε. Η μηχανή ανταποκρίθηκε με ένα μουγκρητό και ο άντρας μετά από μερικά μέτρα έστριψε το τιμόνι. Τα λάστιχα του αυτοκινήτου έβγαλαν ένα τσιριχτό ήχο λίγο πριν το κίτρινο ταξί βρεθεί με ένα εντυπωσιακό πέταγμα στο αέρα και στη συνέχεια με ένα εκκωφαντικό πλατς μέσα στη θάλασσα μπροστά από την αποβάθρα.
Η Μαρία δεν πρόλαβε να αντιδράσει καθόλου. Καθώς το νερό κατάπινε το αυτοκίνητο, ο άντρας με ένα σάλτο βρέθηκε στα πίσω καθίσματα και την άρπαξε. Το μόνο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό ήταν να φωνάξει «γιατί» αλλά δεν πρόλαβε. Τα χέρια του ήταν πολύ δυνατά και δεν μπορούσε καν να κουνηθεί. Το νερό τώρα τους είχε σκεπάσει εντελώς και η Μαρία μέσα στον πανικό της θα ορκιζόταν ότι έβλεπε στα μάτια του αληθινή χαρά. Αυτή ήταν η τελευταία της εν ζωή σκέψη και το σκοτάδι την τύλιξε.
Ο Αντώνης άφησε το άψυχο κορμί της και έκατσε δίπλα της. «Την ξεπάστρεψα την σκύλα», σκέφτηκε. Αυτή ήταν η τελευταία εν ζωή σκέψη του και τότε τα κορμιά τους ανέβηκαν και ακούμπησαν τον ουρανό του αυτοκινήτου.
Ο Αντώνης ποτέ του δεν πίστεψε ότι μετά θάνατον θα είχε προβλήματα αφού ποτέ του δεν πίστεψε στον Θεό. Τελικά όμως είχε. Καθώς η δική του ψυχή και της Μαρίας εγκατέλειπαν τα κορμιά τους στον πάτο της θάλασσας, τους έκανε συντροφιά στον ουράνιο ταξίδι τους και μια ακόμα πολύ μικρή που δεν πρόλαβε να γευτεί την ζωή. Η Μαρία δεν ήξερε ότι ήταν έγκυος και όταν το έμαθε και ο Αντώνης ήταν πια αργά.

Flag Counter