1968 της ΛΙΤΣΑΣ ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΥ

Όποτε ανοίγω το συρτάρι της μνήμης, τέσσερις αριθμοί ξεπροβάλουν ζωντανεύοντας συναισθήματα, γεγονότα, ανθρώπους, περιβάλλον: 1-9-6-8. Με τον γοητευτικό τρόπο τους με γυρνούν σ΄ εκείνη τη χρονιά.

1968! Μαθήτρια Ε΄ τάξης στο 1° Δημοτικό Σχολείο στους πρόποδες του όρους Αιγάλεω. Αξιοζήλευτο εκπαιδευτήριο με καλά συντηρημένο κτίριο σε απέραντη πευκόφυτη έκταση. Αλλά και σε έμψυχο υλικό δεν υστερούσε! Δάσκαλός μας ήταν ο κύριος Θρασύβουλος, που δίδασκε για τελευταία χρονιά, διότι θα έβγαινε στη σύνταξη. Οι καλύτεροι μαθητές είχαν ξεχωρίσει. Ο Σάκης, ο Πάνος κι εγώ! Αγαπούσα όλους τους συμμαθητές μου. Όμως για τον Σάκη έτρεφα μία συμπάθεια περίεργη. Ο πρώτος έρωτας. Παιδικός, πλατωνικός. Πρόλογος στην ζωή, που χτυπούσε την πόρτα. Αισθανόμουν ένα πικρό συναίσθημα, όταν δεν μου έδινε σημασία. Ήταν ζήλεια! Όποιος αγαπάει, ζηλεύει; Κι ο Σάκης; Μ΄αγαπούσε! Γιατί βρισκόταν δίπλα μου, όταν μιλούσα με άλλα αγόρια και κυρίως με τον Πάνο; Γιατί ο Πάνος εκδήλωνε ενδιαφέρον για μένα! Και τι βλέμματα μού ‘ριχνε! Όπως επιθυμούσα, τα ερμήνευα. Τι απίθανο τρίγωνο! Άγουρα, άμαθα, παιδιά. Όμορφα διανθίσματα σχολικής κοινωνίας!

Κάποια ανοιξιάτικη μέρα το μάθημα διέκοψε η Μαρία, μαθήτρια της ΣΤ΄ τάξης.

“Κύριε Θρασύβουλε, συγγνώμη για την διακοπή. Ο κύριος Διευθυντής θέλει στο διάλειμμα τον Σάκη, τη Ρένα και τον Πάνο στο γραφείο του”.

Ασφαλώς επρόκειτο για τη σημαία. Έτσι γινόταν πάντα. Η σημαία πριν τη λήξη της σχολικής χρονιάς παραδινόταν από τον σημαιοφόρο της ΣΤ΄ τάξης στον καλύτερο μαθητή της Ε΄ τάξης, που θα ήταν ο επόμενος σημαιοφόρος. Είμαστε δυο αγόρια και ένα κορίτσι, άρα εγώ θα πάρω τη σημαια. Κρυφοχαμογελούσα με μία μικρή ανησυχία. Ίσως γιατί ο Σάκης θα στενοχωριόταν. Μήπως γινόταν απόμακρος μετά απ΄ αυτό; Το παρατεταμένο ννντττρρριιιννν του κουδουνιού τερμάτισε τις σκέψεις μου. Και οι τρεις μας σπεύσαμε στο γραφείο του Διευθυντή, κυρίου Φωτιάδη. Μας περιεργαζόταν εξεταστικά πίσω από τα ασημένια γυαλιά του.

“Σας κάλεσα για να σας ανακοινώσω ότι θα είστε η νέα τριάδα της σημαίας. Σημαιοφόρος και δύο παραστάτες. Τη σημαία θα πάρει…”

“Εγώ φυσικά” συλλογίστηκα.

“…ο Σάκης¨.

Πατατράκ…

Τι δυσάρεστη έκπληξη! Τι ανορθογραφία! Ο Σάκης σημαιοφόρος; Είναι καλυτερος από μένα;

Η ζήλεια φούντωσε μέσα μου. Με κυρίευσε. Ξέχασα και τις αγάπες και τις συμπάθειές μου. Ζήλευα, ναι ζήλευα τον Σάκη.

“Ρένα και Πάνο θα είστε οι παραστάτες. Συγχαρητήρια και στους τρεις σας” ολοκλήρωσε ο κύριος Διευθυντής. Τώρα σώθηκα! Μου χρύσωνε το χάπι! Τον κοίταξα με ύφος αδικούμενου. Μου φάνηκε ακόμη πιο αδύνατος, ακόμη πιο κοντός. Φάνταζε σκληρός και ανέκφραστος!

Στο υπόλοιπο διάλειμμα και την ώρα του μαθήματος ήμουν αμίλητη και σκυθρωπή. Απέφυγα να κοιτάξω στα μάτια τον δάσκαλό μου και τους συμμαθητές μου. Πίστευα ότι θα αντιληφθούν την τρικυμιώδη ψυχολογική μου κατάσταση. Τη ζήλεια μου. Ευτυχώς κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί μου. Το ντρρριιιννν του σχολάσματος με ανακούφισε. Επί τέλους! Η τάξη άδειαζε. Όλοι έφευγαν. Σηκώθηκα κουρασμένα. Και τότε είδα, πως κάποιος δεν είχε φύγει και με παρακολουθούσε προσεκτικά. Ήταν ο δάσκαλός μας. Κοκάλωσα. Σίγουρα είχε καταλάβει. Θα με επέπληττε.

“Μείνε λίγο Ρένα” ακούστηκε η βαθειά φωνή του δασκάλου μου. Να πάρει η ευχή! Δεν ήθελα να ακούσω παρατηρήσεις, ειδικά από αυτόν.

“Μάλιστα κύριε” είπα με σκυμμένο κεφάλι.

“Καταλαβαίνω, πως αισθάνεσαι… Σημαιοφόρος και παραστάτης είναι το ίδιο. Η επιλογή είναι τυχαία. Έγινε από τον Διευθυντή μεταξύ των τριών καλύτερων μαθητών, που υπέδειξα.”

Δεν μιλούσα. Άκουγα. Με ανάμεικτα συναισθήματα. Πόνου, ζήλειας, πικρίας.

“Ξέρεις πόσοι σημαντικοί άνθρωποι, που διακρίθηκαν σε επιστήμες και τέχνες δεν κράτησαν σημαία; Κράτησαν όμως στα χέρια τους την σωτηρία ανθρώπων, δημιούργησαν αθάνατα έργα…”

“Εγώ, κύριε, δεν θέλω να παρελάσω…” ψέλλισα.

“Θα παρελάσεις. Την 28η Οκτωβρίου θάρθω να καμαρώσω τους μαθητές μου. Δεν θα εγκαταλείψεις τη σημαία, δεν θα εγκαταλείψεις τον αγώνα της ζωής, που τώρα ξεκινάς…”

“Μα…” διαμαρτυρήθηκα πιο ήρεμα.

“Αλήθεια, νομίζεις, ότι αν ήσουν εσύ σημαιοφόρος, θα μειωνόταν η αξία των δύο άλλων συμμαθητών σου;”

“Όχι” απάντησα και τον κοίταξα. Τα μάτια του έλαμπαν πίσω από τα καφέ γυαλιά του. Έμοιαζαν με του παππού μου, που μου διηγείτο παραμύθια και ιστορίες αλλοτινών καιρών. Καμία σχέση με τα απρόσωπα γυαλιά του Διευθυντή. Ο δάσκαλός μου ήταν οικείος. Ήταν ο παιδαγωγός, που ήξερε να κουμαντάρει άριστα την μαθητική ψυχή και να την οδηγεί σε ψυχωφελή λιμάνια.

“’Έτσι μπράβο” δήλωσε ικανοποιημένος ο κύριος Θρασύβουλος.

“Είμαι σίγουρος ότι δεν θα ξανασκεφτείς να εγκαταλείψεις τη σημαία. Είτε είναι η σημαία του σχολείου σου, είτε των στόχων σου. Οι αξίες είναι πάντα αξίες” συνέχισε ενθαρρυντικά.

“Μάλιστα κύριε” είπα ήρεμη τώρα. Είχα γαληνέψει. Τα λόγια του βάλσαμο. Έμειναν μέσα μου φωτεινοί φάροι για μια ζωή. Καταπράυναν τη ζήλεια μου, τον θυμό μου, το παράπονό μου.

Αποχαιρέτησα το δάσκαλό μου με ευγνωμοσύνη.

“Περιμένω πολλά από σένα” κατάληξε τονώνοντας το πεσμένο μου ηθικό.

Τελευταίες μέρες της σχολικής χρονιάς. Όσο περιμέναμε το δάσκαλο στην τάξη γινόταν ανυπόφορη φασαρία.Τόσο, που ο υπομονετικός κύριος Θρασύβουλος προειδοποίησε, ότι θα βάλει διαγωγή κοσμία σ΄ όποιον θορυβεί και οι επιμελητές γράψουν το όναμά του στον πίνακα.

Μια τέτοια μέρα ήμουν επιμελήτρια εγώ και η διπλανή μου. Τα παιδιά σωστά θηριάκια. Μάταια ζητούσαμε να ησυχάσουν. Ο δάσκαλος, σε λίγο θά ‘μπαινε στην τάξη. Ο Σάκης μιλούσε. Δεν ήταν ο μόνος, αλλά αυτός μ’ ενοχλούσε! Τώρα θα δεις, Σάκη! Να μάθεις να με υπολογίζεις! Η ζήλεια έκανε αισθητή την παρουσία της. Η ζήλεια! Η σκοτεινή πλευρά της αγάπης! Το δηλητήριό της εξαπλώνεται σ΄όλο σου το σώμα! Οι συνέπειες απρόβλεπτες! Δεν είσαι κύριος των πράξεών σου! Έγραψα το όνομα του Σάκη στον πίνακα.

“Με διαγωγή κοσμία δεν θα πάρει τη σημαία” στοχάστηκα. Έστειλα την άλλη επιμελήτρια στην πόρτα της αίθουσας, ώστε να ειδοποιήσει έγκαιρα, όταν ο δασκαλος ερχόταν. Τότε επικρατούσε ξαφνική ησυχία. Έτσι γινόταν.

“Καλά, Σάκη. Γελάει καλά, όποιος γελάει τελευταίος”. Μήπως η ζήλεια με έκανε χαιρέκακη;

“Έρχεται…” φώναξε η άλλη επιμελήτρια.

Η ζήλεια μου έδινε ικανοποίηση θριάμβου. Γρήγορα αναζήτησα τον Σάκη. Το βλέμμα του παράξενο. Καρφωμένο πάνω μου. Ήταν σαν να με έλεγχε η συνείδησή μου:

“Θα το κάνεις αυτό στον συμμαθητή σου; Δεν ντρέπεσαι;”

“Όχι δεν μπορώ να το κάνω. Έχω αξίες. Ας μη κρατήσω τη σημαία. Δεν θα τη χάσει ο Σάκης εξαιτίας μου”.

Τα βήματα του κυρίου Θρασύβουλου ακούγονταν ακριβώς έξω από την πόρτα.

Να πάρει η ευχή! Που είναι ο σπόγγος; Το όνομα του Σάκη είναι γραμμένο στον πίνακα! Τέτοια ώρα που να βρεθεί ο σπόγγος! Ο κύριος Θρασύβουλος πρόβαλε στην είσοδο της αίθουσας. Και τώρα; Δεν προλάβαινα! Γύρισα στον πίνακα και αστραπιαία με την παλάμη μου έσβησα το όνομα του Σάκη. Γέμισα κιμωλία, ενώ στον μαυροπίνακα έμεινε μια μικρή άσπρη μουτζούρα. Ο κύριος Θρασύβουλος μπήκε μέσα. Έστεκα αναψοκοκκινισμένη μπροστά από τον πίνακα.

“Όλα εντάξει;” απευθύνθηκε σε μένα.

“Μάλιστα κύριε” αποκρίθηκα λαχανιασμένα.

Ο δάσκαλος κοντοστάθηκε. Περιεργάστηκε εμένα και τον μαυροπίνακα. Σίγουρα είδε και την άσπρη μουτζούρα. Μειδίασε αινιγματικά.

“Είχαμε κανέναν άτακτο, Ρένα;” ρώτησε με νόημα.

“Όχι, κύριε”.

“Ωραία, κάτσε στη θέση σου”.

Κάθισα στο θρανίο μου ανακουφισμένη. Σ’ όλη την ώρα η άσπρη μουτζάλα μου έδειχνε πως τα καλά αισθήματα πρέπει να υπερτερούν από τα κατώτερα πάθη. Μου φώναζε με τον δικό της τρόπο “εύγε!”. Στο διάλειμμα βρήκα επιτέλους τον σπόγγο και έσβησα την άσπρη μουτζούρα. Ξαφνικά είδα δίπλα μου τον Σάκη όλο αγάπη:

“Σ’ ευχαριστώ, Ρένα” μου είπε.

“Δεν κάνει τίποτε”.

“Θα μπορούσες να μου πάρεις τη σημαία!”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *