ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ της ΣΤΕΛΛΑΣ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΟΥ

        Χριστουγεννιάτικες θύελλες γεμάτες ελπίδα κατέφθασαν στη καρδιά των έντρομων ανθρώπων. Η κοινωνία κρούει τις θύρες για τη γέννηση του θεανθρώπου. Η Βηθλεέμ στολίζεται με χιλιάδες φώτα αναμένοντας το χαρμόσυνο γεγονός μέσα στη ζεστασιά της φάτνης. Κάπου έξω από τη πόλη, τα άστρα, κατευθυντήριες γραμμές για τους μάγους που ξεκίνησαν από μίλια μακριά κουβαλώντας τα υπέροχα δώρα για τον Χριστό. Χιλιάδες χρόνια πριν, μια γέννηση που σήμανε την απαρχή του ανθρώπινου βίου. Χριστός γεννάται. Πόλεις όλου του κόσμου φοράν τα γιορτινά τους, κόσμος σαστισμένος πηγαινοέρχεται στα διάφορα εμπορικά κέντρα για την αγορά δώρων που θα τοποθετήσει κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Λαμπιόνια και γιρλάντες κοσμούν τα σπίτια και μελωδικά τραγούδια ηχούν από κάθε γωνιά. Αγάπη, πίστη και ελπίδα απορρέει από τούτο το χριστουγεννιάτικο πνεύμα.
Ο ζαρωμένος απ’τα χρόνια κύριος με το γκριζωπό κασκέτο του και το μαύρο παλτό του, στέκεται στην άκρη ενός από τα χιλιάδες εμπορικά κέντρα και αναμένει καρτερικά. Κοιτά δεξιά και αριστερά με ανυπομονησία, σαν να περίμενε κάποιον, σαν να ήθελε να συμβεί κάτι… Το κρύο είχε ακινητοποιήσει τα χέρια και τα πόδια του, εκείνος όμως εκεί, άλλωτε να στέκεται και άλλωτε να τριγυρνάει. Θαύμαζε τους περαστικούς οι οποίοι κρατώντας λογιών λογιών χαρτοσακούλες έτρεχαν για να βρουν ένα καταφύγιο ζεστασιάς. Τούτο το απόγευμα το ψύχος ήταν βαρύ, σκέπασε τη πόλη με χαμηλές θερμοκρασίες.

Παραμονή Χριστουγέννων και τα ψυχαγωγικά δρώμενα στη πόλη είχαν ανάψει το κέφι σε μικρούς και μεγάλους θεατές οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των Χριστουγέννων. Πλήθος κόσμου τοποθέτησε τις ευχετήριες κάρτες στο τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο που απλώνονταν στο κέντρο της πόλης. Τα μικρά παιδιά έστελναν τις επιθυμίες τους στον αγαπημένο τους Άγιο Βασίλη με το κόκκινο σκουφί, τα ξωτικά και τα πλούσια δώρα.. Φορώντας τα γιορτινά τους ρούχα, όλοι μαζί τραγούδησαν για τη γέννηση του Χριστού και το έλατο φωτίστηκε με μιας. Σαν ζεστή βροχή έπεσε η αγάπη τούτο το βράδυ γεμίζοντας τις ψυχές των ανθρώπων με ελπιδοφόρα και χαρούμενα συναισθήματα. Μηνύματα ευτυχίας, ελπίδας και αισιοδοξίας κυριαρχούσαν εκείνη τη νύχτα για όλο το κόσμο.

Η πόλη των φώτων γιόρταζε μέχρι αργά τη γέννηση του Χριστού. Κάπου εκεί όμως κρυφά από το αστικό κέντρο τούτης της πόλης, ένα όμορφο κοριτσάκι η Αγνή ορφανό από μητέρα και πατέρα, περίμενε την άφιξη του Άγιου Βασίλη στο ίδρυμα όπου κατοικούσε. Κοιτώντας έξω από το παράθυρο το χιονισμένο τοπίο τα ματάκια της ανοιγόκλειναν με γρηγοράδα. Λαχταρούσε σαν παιδί να εκπληρωθεί η ευχή που έκανε στον Άγιο Βασίλη και τα Χριστούγεννα αυτά να μην είναι μόνη της. Τα υλικά αγαθά δεν της έλειπαν, στο ίδρυμα της παρείχαν ότι χρειάζονταν. Η ψυχή της όμως ήταν κενή. Άδειασε από τη μέρα που μπήκε σε εκείνο το ίδρυμα, τη μέρα που πληροφορήθηκε ότι οι γονείς της δε ζουν πια. Η Αγνή ήταν μοναχοκόρη και οι γονείς της τη λάτρευαν. Μόλις οκτώ χρονών κοριτσάκι είχε ανάγκη από μια οικογένεια, ένα σπιτικό. Καθώς το ρολόι είχε σημάνει μεσάνυχτα, η Αγνή δεν άντεξε στην αναμονή. Πήρε λοιπόν ένα παλτουδάκι, το σκούφο και τα γάντια της και κρυφά βγήκε από το ίδρυμα. Ήθελε να συναντήσει τον Άγιο Βασίλη. Βαθιά μέσα της ήξερε ότι θα τον δει.

Η πόλη άρχιζε σιγά σιγά να αδειάζει από κόσμο οι οποίοι λόγω του ψύχους μετέβησαν στα σπίτια τους. Το χιόνι ξεκίνησε δειλά δειλά να πέφτει από τα πυκνά σύννεφα που είχαν σκεπάσει το μεγαλείο του ουρανού. Σιωπηλοί δρόμοι δέχονταν το άγγιγμα του λευκού χιονιού. Νιφάδες κούρνιασαν στα κλαδιά των δέντρων, ανέμειξαν τα χρώματά τους και μαζί έγιναν το απόλυτο ένα. Τα χιλιάδες λαμπιόνια του δέντρου που κοσμούσε το κέντρο της πόλης αναβόσβηναν με νότα χαρωπή, ελκύονταν από την αθωότητα του χιονιού. Το ορφανοτροφείο δεν απείχε πολύ από το κέντρο όπου είχε τοποθετηθεί εκτός από το έλατο και μια φάτνη. Η μικρή Αγνή δεν άργησε να μεταβεί εκεί. Το λευκό τοπίο είχε αρχίσει να ντύνεται σιγά σιγά και να εγκαθίσταται στη πόλη καθώς χιόνιζε για ώρες. Αφού έγνεψε το τεράστιο σε ύψος έλατο η Αγνή στάθηκε μπροστά από τη φάτνη και κοίταζε με θαυμασμό τις φιγούρες. Θέλησε για λίγο να ζεσταθεί και έτσι πήρε τη θέση δίπλα στη μητέρα του Χριστού.

Περνούσε η ώρα και τα μαγαζιά της πόλης είχαν βάλει λουκέτο για τις επόμενες γιορτινές ημέρες. Κανείς πια δε περπατούσε εκείνη την ώρα στο δρόμο. Η Αγνή καθισμένη μέσα στη φάτνη είχε την ελπίδα ότι ακόμα και εκείνη τη στιγμή η ευχή της θα πραγματοποιούνταν, θα εμφανίζονταν μπροστά της ο Άγιος Βασίλης. Μάταια όμως. Το κοριτσάκι άκρως απογοητευμένο πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Ξάφνου άκουσε πίσω της μια φωνή. Ο κύριος με το κασκέτο φαίνεται πως δεν ήταν ο μόνος ο οποίος περιπλανιόταν στη πόλη μέχρι αργά. Φαίνεται πως με το κοριτσάκι έκρυβαν καλά το δικό τους μυστικό. Η Αγνή γύρισε στο κάλεσμά του. Ο κύριος ρώτησε το κοριτσάκι που πηγαίνει τέτοια ώρα. «Εκεί» αποκρίθηκε εκείνη δείχνοντας με λυπηρό βλέμμα τον δρόμο που οδηγούσε στο ίδρυμα. «Θα σε συνοδεύσω εγώ μέχρι εκεί, είναι πολύ αργά» απάντησε ο άντρας.

Στον γυρισμό για το ίδρυμα τα μάτια της Αγνής βούρκωσαν. Δεν ήθελε να γυρίσει στην προσωπική φυλακή της. Λυπόταν που δεν θα γιόρταζε τα Χριστούγεννα με τους γονείς της οι οποίοι μεταμορφώθηκαν πια σε φύλακες άγγελοι και την προστάτευαν από τον ουρανό. Ο άντρας αντιλήφθηκε τα δάκρυα του μικρού κοριτσιού και της προσέφερε το μαντίλι του για να σκουπιστεί. Και εκείνος ζούσε μόνος εδώ και χρόνια. Πάλευε καθημερινά με τους δαίμονές του για να ξεφύγει από τη φυλακή του. Οι μνήμες με τα αγαπημένα του πρόσωπα είχαν χαραχτεί για πάντα στο μυαλό του. Ότι αγαπούσε το άφησε πίσω του σε άλλα πια μέρη, έκτοτε ζεί σε τούτη τη πόλη. Δεν ήξερε τι ήταν χειρότερο. Να ζει βουτηγμένος στη μοναξιά του ή να του έρχονται αναμνήσεις απ’τα παλιά με τα αγαπημένα του πρόσωπα που πλέον δεν είναι μαζί του; Οι καρδιές και των δύο πάλλονταν δυνατά. Ξημέρωνε Χριστούγεννα.

Όταν πια έφτασαν έξω από το ίδρυμα ο άντρας ρώτησε ξανά το κοριτσάκι «Τι έκανες τέτοια ώρα έξω;» και η Αγνή απάντησε «Έγραψα μια κάρτα στον Άγιο Βασίλη και του είπα ότι φέτος τα Χριστούγεννα θέλω να έχω μια πραγματική οικογένεια, δε θέλω να μένω άλλο πια εδώ πέρα. Αλλά ο Άγιος Βασίλης δεν μου απάντησε ποτέ και έμεινα ξύπνια να τον περιμένω όλο το βράδυ. Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης» είπε με θυμό η Αγνή κάνοντας την κίνηση να μπει μέσα στο ίδρυμα. Τότε ο άντρας συγκινημένος από το αθώο βλέμμα του κοριτσιού και τα λόγια του, τραβώντας τη από το χέρι της απάντησε «Ο Άγιος Βασίλης υπάρχει κορίτσι μου, αρκεί να το πιστέψεις βαθιά μέσα σου και τότε θα πραγματοποιήσει την ευχούλα σου». Η Αγνή τον κοίταξε με απορία ωστόσο της άρεσε η απάντηση του άντρα. Ήθελε να πιστέψει στο πνεύμα των Χριστουγέννων και στον Άγιο Βασίλη με τα δώρα καθώς ήταν ο μόνος που μπορούσε να κάνει την ευχή της να πραγματοποιηθεί. Ο κύριος με το κασκέτο, πράος και ήρεμος στο πρόσωπο, πρότεινε στο κοριτσάκι αν θα επιθυμούσε να γιορτάσουν μαζί την ημέρα των Χριστουγέννων. Η Αγνή δεν γνώριζε τον πελώριο άντρα με το κασκέτο, ωστόσο το φιλικό και οικείο βλέμμα του την προσέγγισε, είδε στα μάτια του κάτι το οποίο δε συγκρίνονταν, και χωρίς δεύτερη σκέψη δέχτηκε. Ο άντρας αφού πήρε την άδεια από το ίδρυμα πήρε το κοριτσάκι σπίτι του. Στόλισαν μαζί το χριστουγεννιάτικο δέντρο, άναψαν το τζάκι και μαγείρεψαν για το γιορτινό τραπέζι. Η ευτυχία στα πρόσωπά τους ήταν απερίγραπτη. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια και οι δύο ένιωθαν πληρότητα και όμορφα συναισθήματα κατέκλισαν τις ψυχές τους. Η ευχή της Αγνής έγινε πραγματικότητα στηριζόμενη πάντα στον αγαπημένο της Άγιο Βασίλη όπου χάρις σε αυτόν δε γιόρτασε τα Χριστούγεννα μέσα σε εκείνο το ίδρυμα αλλά με τη συντροφιά κάποιου που τη λάτρεψε από τη πρώτη κιόλας στιγμή!

Η Αγνή και ο κύριος με το κασκέτο δεν χωρίστηκαν ποτέ ξανά! Υιοθέτησε τη μικρή χαρίζοντάς της όμορφα μελλοντικά χρόνια καθώς και εφόδια ζωής μεγαλώνοντας τη με αξιοπρέπεια. Ο ένας συνοδοιπόρος του άλλου, πατέρας πια και κόρη πορεύθηκαν μαζί περνώντας αρκετές δεκαετίες παρέα ενθυμούμενοι πάντα την εποχή των Χριστουγέννων σε εκείνο το κατάλευκο νυχτερινό τοπίο.