ΧΑΠΙ…END του ΔΗΜΗΤΡΗ Λ. ΣΕΡΓΙΑΝΝΗ

                Ο Βιλαίην προσάρμοσε το τελευταίο κομμάτι. Ολοκλήρωσε την κατασκευή της μηχανής του Χρόνου. Ένιωσε απέραντη ηδονή. «Πφφφ» ξεφύσηξε. «Που είναι τώρα όλοι αυτοί που με ειρωνεύτηκαν όταν στηρίχτηκα σε εκείνο το βιβλίο του Γουέλς για να την κατασκευάσω; Στο βιβλίο ενός «ξεμωραμένου» γέρου…”

               Η μηχανή ήταν μικρή κι ελαφριά. Τι νόημα θα είχε μια μηχανή του χρόνου τόσο μεγάλη που δε θα μπορείς να την έχεις συνέχεια μαζί σου; Θα την εγκαταλείπεις για να απομακρυνθείς λίγο και θα τρέμεις μήπως της συμβεί κάτι και δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Την έδεσε πάνω του.

              Επιτέλους. Ήταν έτοιμος για το ταξίδι. Και στο τέλος του δρόμου τον περίμενε η ανταμοιβή. Θα γνώριζε τη μάνα του. Δεν την είχε δει ποτέ. Ήταν δεν ήταν τριών μηνών όταν τον αφαίρεσαν με καισαρική από τη νεκρή γυναίκα και τον τοποθέτησαν στην τεχνητή μονάδα κυοφορίας. Το μόνο που του την θύμιζε ήταν το παλιό καρτελάκι στην κούνια του. Από εκείνο το καλοκαίρι του 2005.

                23.08.2005 / Η Γκουέν Βιλαίην πέφτει νεκρή από μια σφαίρα στο κεφάλι.

                Έβαλε το καρτελάκι στον αναγνώστη χρονολογίας. Θα γυρνούσε πίσω ακριβώς εκείνη τη μέρα και θα έσωζε τη μάνα του από τα χέρια του αδίστακτου εγκληματία. Γύρισε τον μοχλό με την λαβή από κεχριμπάρι, μέχρι που βρήκε την ακριβή τοποθεσία. Πάτησε το κουμπί της εκκίνησης.

               Βρέθηκε αμέσως στο καθιστικό του σπιτιού της. Έφτανε η στιγμή που μια ζωή ονειρευόταν. Την αντίκρυσε για πρώτη φορά. Δεν ήταν σε θέση να κρατήσει τα δάκρυά του. Ήταν όμορφη και γλυκιά και μιλούσε στο τηλέφωνο. Ήταν η μάνα που έψαχνε όλα τα χρόνια. Το λιμάνι του. Εκεί μπροστά του. Ήθελε να τρέξει και να χωθεί στην αγκαλιά της, αλλά δεν μπορούσε. Καιροφυλακτούσε για τον φονιά. Μόλις τον καθάριζε θα γυρνούσε πίσω και θα είχε την μάνα του δικιά του για όλα τα υπόλοιπα χρόνια.

                 Αφαίρεσε το καρτελάκι από τη μηχανή και το άφησε αφηρημένος στο τραπεζάκι δίπλα του.

                «Δεν αντέχω άλλο» φώναξε στο ακουστικό η Γκουέν, “είναι ένα τεράστιο λάθος. Δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Είμαι μόλις δεκαεπτά χρονών”.

                  Κρατούσε νευρικά το πιστόλι στο χέρι του. H ώρα πλησίαζε. Σε λίγο έπρεπε να εμφανιστεί εκείνος. Σκούπισε τον ιδρώτα του με την ανάστροφη του χεριού του.

                 H μητέρα του συνέχιζε στο τηλέφωνο. Τώρα πια έκλαιγε μ’ αναφιλητά. Ένιωθε τεράστια συμπόνια γι’ αυτήν.

                  Εκείνη συνέχισε.

                “Θα πάρω το χάπι. Δεν γίνεται αλλιώς. Το παίρνεις και το έμβρυο είναι νεκρό σε μισή ώρα. Χωρίς παρενέργειες. Μείνε στη γραμμή. Ναι. Επιστρέφω’.”

                   Άφησε το ακουστικό και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Μέσα απ’ το ψυγείο έβγαλε ένα μικρό ροζ χάπι. Το έβαλε στο στόμα της και γέμισε ένα ποτήρι με νερό.

                   Ο Βιλαίην όπλισε και την σημάδεψε στο κεφάλι.

One Response to ΧΑΠΙ…END του ΔΗΜΗΤΡΗ Λ. ΣΕΡΓΙΑΝΝΗ

  • Έχω ξαναδιαβάσει διήγημα του συγκεκριμένου συγγραφέα και πραγματικά θαυμάζω τον μυστυριώδη τρόπο που ξετυλίγει τις ιστορίες του. Και εδώ βρίσκω έντονα το στοιχείο του θανάτου και της αγωνίας, αλλά αυτό που με συνεπήρε ήταν η το αίνιγμα πίσω από την ταυτότητα του δολοφόνου και αυτό αφηγημένο μέσα σε λίγες παραγράφους. Δημήτρη συγχαρητήρια για το ωραίο σου μικρό διήγημα!
    Περιμένουμε περισσότερα!!!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *