ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 6962 του ΑΧΙΛΛΕΑ ΤΡΙΑΝΤΟΓΛΟΥ

Κατέβηκα τα σκαλοπάτια και ένιωσα το χορτάρι μαλακό κάτω από τα σανδάλια μου. Αυτή ήταν γονατισμένη στην αγαπημένη μας γωνιά, σκαλίζοντας τις τριανταφυλλιές της. Πλησίασα αθόρυβα απολαμβάνοντας τη θέα του μισόγυμνου κορμιού της. Κάτι άκουσε και πετάχτηκε όρθια με μια κραυγή. Με είδε, κοκκίνησε και χύμηξε στην αγκαλιά μου.
-Αφέντη μου!
-Ζωή μου, αγκάλιασα το κενό ξαφνιασμένος.
-Αφέντη, σε λίγο ξημερώνει! Η γριά παραμάνα έσκυβε πάνω μου. Σηκώθηκα ζαλισμένος και έφαγα ανόρεχτα ζεστό κουρκούτι με γάλα. Τα θυμήθηκα όλα. Είχα γυρίσει στο μισοερειπωμένο αρχοντικό το σούρουπο μέσα στο αίμα και το χώμα. Η Ζωή με περίμενε, όπως πάντα, για να περιποιηθεί τις πληγές μου, να με λούσει, να μου κάνει έρωτα και να με κοιμίσει στην αγκαλιά της. Μετά, όπως κάθε βράδυ, είχε φύγει για να βοηθήσει στα τείχη.
Με μηχανικές κινήσεις έβαλα καθαρό χιτώνα και κρέμασα στο λαιμό μου, πλάι στον σταυρό, το μικρό κουτί με τα πολύτιμα φυλαχτά μου: μια τούφα από τα ξανθά μαλλιά της Ζωής, λίγη άμμο από το νησί μου και μερικά ξεραμένα πέταλα από τριαντάφυλλα. Βγήκα στο σκοτεινό ακόμη δρόμο. Γύρω μου και άλλοι άνδρες βάδιζαν σιωπηλοί προς τις επάλξεις.
Κάθησα πάνω σε ένα αρχαίο αγκωνάρι απολαμβάνοντας άλλο ένα ξημέρωμα, ίσως το τελευταίο της ζωής μου, αλλά δε με ένοιαζε. Ο ήλιος ανέτειλε κάπου πίσω και ένα αεράκι άρχισε να φυσά από τη θάλασσα. Ρίγησα και τύλιξα το μανδύα γύρω από την αλυσωτή πανοπλία μου. Ψηλάφισα το κράνος και ένιωσα το βαθούλωμα στο σημείο που με πήρε ξώφαλτση προχτές η σπαθιά του άγριου γενίτσαρου. Θα με είχε ξεπαστρέψει στα σίγουρα- ακόμα βλέπω την άγρια φάτσα του να ουρλιάζει- αν δεν τον γκρέμιζε ένα βέλος ριγμένο από το πουθενά.
Απέναντι, στο στρατόπεδο των απίστων, οι φωτιές σιγά σιγά έσβησαν. Αχνά ακούγονταν οι φωνές των μουεζίνηδων που καλούσαν τους πιστούς στην πρωινή προσευχή και στην προετοιμασία για τη νίκη ή για μια θέση στον κωλοπαράδεισό τους, παρέα με τα ουρί, τα πιλάφια και τους ποταμούς από μέλι.
Ο χώρος όπου πολεμούσα τις τελευταίες μέρες- και πιθανόν να πέθαινα- βρισκόταν ανάμεσα στο προτείχισμα και στο κυρίως τείχος. Αν μπορούσε δηλαδή να αποκαλείται τείχος αυτό το συνονθύλευμα από πέτρες πρόχειρα βαλμένες και ξύλινες σκαλωσιές. Πέρα δεξιά, οι δύο πύργοι της πύλης που οι ντόπιοι αποκαλούσαν θύρα του Αγίου Ρωμανού είχαν καταρρεύσει από τα κτυπήματα της βομβάρδας και των άλλων μικρών πυροβόλων που οι αναθεματισμένοι Τούρκοι είχαν κουβαλήσει από τα πέρατα του κόσμου. Σιγά σιγά το πλήθος, γυναίκες, αμούστακα αγόρια και γέροι που δεν μπορούσαν να σηκώσουν όπλο, άρχισε να φεύγει πίσω στην πόλη. Είχαν κουβαλήσει κάθε λογής υλικά- από στρώματα και έπιπλα των ερειπωμένων σπιτιών μέχρι μάρμαρα από το κοντινό νεκροταφείο- και είχαν καταφέρει να σηκώσουν στις λίγες ώρες του σκοταδιού ένα φράγμα ενάντια στην πλημμυρίδα των βάρβαρων, που σε λίγο θα ξεκινούσε άλλη μιά επίθεση για να καταλάβει την χιλιόχρονη Βασιλεύουσα.
Γύρω μου, σιδεροντυμένοι άντρες με μηχανικές από την κούραση κινήσεις ίσιωναν το μέρος που θα έδιναν την τελευταία τους μάχη και απόθεταν τα εφεδρικά τους όπλα και τα λιγοστά εφόδια- ένα παγούρι με νερό ή κρασί, μιά ακονόπετρα, ένα λινό ύφασμα. Απέναντι οι μουεζίνηδες βγάλαν επιτέλους τον σκασμό και μια απόκοσμη ησυχία απλώθηκε στον αέρα· ακόμη και τα τιτιβίσματα των χελιδονιών έπαψαν. Όταν πήραν σειρά τα τύμπανα, όλοι καταλάβαμε ότι η ώρα έφτασε. Νάτοι! Οι άτακτοι του πρώτου κύματος ξεκίνησαν. Από τόσο μακριά φαίνονται σαν μιά πολύχρωμη θάλασσα. Ξαφνικά με πιάνει το γνωστό τρέμουλο πριν τη μάχη και σφίγγω τη λαβή από το σπαθί μου για να το σταματήσω. Γύρω, κλαγγές και μουρμουρητά καθώς οι συμπολεμιστές ετοιμάζονται· πέρα δεξιά ο Αυτοκράτορας με τη συνοδεία του παίρνουν και αυτοί θέσεις. Κάνω το σταυρό μου και φορώ το κράνος.
Τώρα πια τους βλέπουμε καθαρά! Μερικοί σέρνουν αυτοσχέδιες σκάλες, άλλοι στριφογυρίζουν γάντζους. Πολλοί είναι άοπλοι. Περιμένουν να σκοτωθεί κάποιος για να αρματωθούν. Ένας θόρυβος μου τραβά την προσοχή. Ο ιπποκόμος μου, ο Δημήτριος, εμφανίζεται με το πάσο του κρατώντας ένα ποτήρι φραπέ. Τον κοιτώ έκπληκτος να μου γνέφει χαρούμενα και να φέρνει στο στόμα του ένα κίτρινο πλαστικό καλαμάκι. Βέλη αρχίζουν να σφυρίζουν γύρω ενώ ψηλά πίσω μας οι καταπέλτες και τα πυροβόλα πιάνουν δουλειά, θερίζοντας τις γραμμές των ατάκτων. Ένας γάντζος σκάζει μπροστά μου και σφηνώνει σε μια εσοχή. Σηκώνω το τσεκούρι να κόψω το σκοινί αλλά ο Δημήτριος με προφταίνει με το ολοκαίνουργιο Κατάνα του. Πριν προφτάσω να πω κάτι, ένας έξαλλος βαζιβουζούκος, κραδαίνοντας έναν κεφαλοθραύστη και φορώντας μιά μπαντάνα με το λογότυπο της Nike, πηδά πάνω από την έπαλξη και μου ρίχνεται ουρλιάζοντας. Ε, αυτό πάει πολύ! Πατάω pause και όλα παγώνουν, εκτός από τον Δημήτριο που με κοιτά με απορία.
-Ρε συ, Δημήτρη πλάκα μου κάνεις;
-Γιατί, κύριε Παύλε; Δε σας άρεσαν τα γραφικά των άβαταρ;
Προσπαθώ να συγκρατηθώ.
-Κατάλαβες, παιδί μου, τι προσπαθούμε να πετύχουμε;
-Τη διαδραστική αναπαράσταση της καθημερινότητας ενός πολεμιστή κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, απαντά άνετα.
-Είχαν φραπέ τότε;
Με κοιτά έκπληκτος.
-Εεε, δεν είχαν;
-Όχι, δεν είχαν! Αμ το Κατάνα; Είναι δυνατόν Βυζαντινοί να κρατούσαν σπαθιά των σαμουράι; Θα μας χαντακώσουν οι κριτικοί!
Κάτι πήγε να ψελλίσει αλλά τον έκοψα.
-Όσο για το μόνο πολεμιστή που είδα από κοντά, μου θύμισε μέλος συμμορίας Λατίνων από το Λος Άντζελες! Μέχρι και μπαντάνα της Nike φορούσε, έλεος πιά!
Μες τα νεύρα πατάω κατα λάθος enter και ο εικονικός βαζιβουζούκος μου κατεβάζει τον κεφαλοθραύστη κατακέφαλα. Δαγκώνω την πραγματική μου γλώσσα ενώ το οπτικό μου πεδίο γεμίζει από το μήνυμα GAME OVER, διανθισμένο με ένα γαλαξία πραγματικά αστεράκια. “Το κέρατό μου, μουρμουρίζω. Ποιος ρύθμισε την ανάδραση της αισθητηριακής φόρμας στο μέγιστο;”
Ευτυχώς η πραγματική Ζωή εμφανίζεται πάνω στην ώρα.
-Κύριε Παύλε, είστε καλά; Έχει προφτάσει να απαλλαγεί από την αισθητηριακή φόρμα της και είναι χάρμα οφθαλμών με τα εσώρουχα.
-Δημήτρη, εξαφανίσου, δούλεψε τα γραφικά, συμμάζεψε την ηλεκτρονική σελίδα, και τα λέμε αύριο.
Ρίχνω μια ματιά στο ψηφιακό ρολόι.
-Ζωή, αφού έχουμε ώρα τί θα έλεγες να ετοίμαζες ένα ποτό και να δουλεύαμε λίγο το κοινωνικό κομμάτι του παιχνιδιού;
-Ό,τι πείτε, κύριε Παύλε.
“Καλό το virtual αλλά το ζωντανό, καλύτερο” σκέφτομαι καθώς τη βλέπω να έρχεται με τα ποτά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *