ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΙΣΠΑΧΑΝ του ΚΩΣΤΑ Β. ΠΑΞΙΜΑΔΑ

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ
Έχωσε τις πατούσες του στην άσπρη άμμο και ετοιμάστηκε να γράψει.
               Τώρα το καλοκαίρι, παίρνοντας την άδεια του, είπε θα πάω στην παραλία να το κάνω. Με την αναδιπλούμενη κίτρινη καρέκλα του από αλουμίνιο παραμάσχαλα, τους έξι διαφορετικών χρωμάτων στυλογράφους του (συν ένα μηχανικό μολύβι εξαιρετικής ποιότητας «μέιντ ιν τζαπάν«, που πάντα το κουβαλούσε στο κουτί του μην τυχόν και του χαλάσει), και το σημειωματάριο του. Ήταν ένα χοντρό σημειωματάριο, δεμένο με σκληρό εξώφυλλο σαν βιβλίο, με λευκές σελίδες, αρίγωτο. Πίστευε πως θα τον βοηθούσε να σκεφτεί η έλλειψη γραμμών, να καλέσει την έμπνευση καλύτερα. Κάπου είχε ακούσει ότι κι ο Χέμινγουεϊ σε κάτι παρόμοια έγραφε, δεμένα με δέρμα όμως. Είχε ψάξει να τα βρει μάλιστα και τα βρήκε, μόουλσκιν τα λέγανε και ήταν πανάκριβα! Συμβιβάστηκε με τα πανόδετα, εξάλλου Χέμινγουεϊ ακόμα δεν ήτανε…
              Δοκίμασε να πηγαίνει στην παραλία τα απογεύματα αρχικά, μερικές ώρες πριν δύσει ο ήλιος και δεν ήταν άσχημα. Άλλα είχε αρκετό κόσμο που με την φασαρία του απογευματινού μπάνιου τους τρόμαζαν την μούσα του και κατέληγε να ρεμβάζει κοιτάζοντας τα χρώματα του δειλινού πάνω από τον Θερμαϊκό ή να διαβάζει κάποιον άλλο που τα είχε καταφέρει κι είχε γίνει συγγραφέας, ποιος ξέρει τι μαρτύρια περνώντας κι αυτός…
             Το μεσημέρι αποκλείστηκε γρήγορα, πολυκοσμία και λιοπύρι, είχε και φωτοδερματίτιδα, δύο φορές που το αποτόλμησε γύρισε άρον-άρον στη σκιά του μπαλκονιού της μικρής εξοχικής του κατοικίας γεμάτος κοκκινίλες. «Ε, ρε τι τραβάμε κι εμείς οι συγγ-ε-γραφείς«, κορόιδευε τον εαυτό του με μια φωνή ανάμεσα σε μάγκα φυλακισμένο Μήτσο του Λαζόπουλου και σκληρό αστυνόμο Θεοχάρη του Σεφερλή. Μία φορά μόνο του πέτυχε το μεσημέρι, μετά από μπουρίνι που ο ήλιος ήταν καλοδεχούμενος και το χώμα στα θερισμένα χωράφια που έφταναν μέχρι την θάλασσα ολόγυρα μοσχομύριζε. Μα γρήγορα και πριν προλάβει να σχηματοποιήσει κάτι ολοκληρωμένο μέσα του, πόσο μάλλον να του δώσει μορφή στις άσπρες σελίδες του σημειωματάριού του, μια υγρή κάψα λες και αναδύθηκε εκδικητικά και γρήγορα τα παράτησε.
           Το βράδυ; Το βραδάκι ήταν όμορφα στην παραλία, με τα φωτάκια από τα παραθαλάσσια ταβερνάκια του χωριού να κιτρινίζουν στο βάθος πάνω στα νερά και το φεγγάρι από πάνω. Αλλά δεν έβλεπε την μύτη του να γράψει οτιδήποτε. Θα ‘πρεπε να πάρει υπολογιστή, ένα λάπτοπ, «της αγκαλιάς« όπως τους κορόιδευε. Να μένει, κατέληξε κατόπιν ωρίμου σκέψεως. Αν ήταν να έχει κάτι της αγκαλιάς βραδάκι με φεγγαράκι στην ακροθαλασσιά δεν ήθελε να είναι υπολογιστής, τόσα χρόνια μόνος του. Άσε που ήταν εθισμένος στη γραφική ύλη, μολύβι και χαρτί, να σβήνει και να γράφει (όταν γινόταν να δεήσει!),να τσαλακώνει και να πετά. Ποτέ δεν του ερχόταν καμιά ιδέα έχοντας τα δάκτυλα του σε πληκτρολόγιο. Άντε τα έγγραφα στην υπηρεσία του να τα συντάξει (αντιγράφοντας «κόπυ-πέιστ« τα παρόμοια προηγούμενα), αλλά η λογοτεχνία δεν γραφόταν με πληκτρολόγια και προγράμματα, ήταν άψυχο ρε παιδί μου…
          Σε πακέτα από τσιγάρα μάλιστα, σε χαρτοπετσέτες, βεβαίως, ο Ρίτσος το ‘κανε, κι ο Βρεττάκος, το ήξερε, είχαν μάλιστα εκδώσει τα σημειώματα-του εκείνα σε ένα βιβλιαράκι με σχήμα που έμοιαζε κι αυτό πακέτο κασετίνα, από εκείνες τις παλιές, πριν τα Μάρλμπορο και τα Κάμελ, όταν οι Έλληνες κάπνιζαν Άσσος και Πεντάρι και δεν τους ένοιαζε να παριστάνουν οτιδήποτε. Η λογοτεχνία γράφεται σ’ ότι χαρτάκι βρεις μπροστά σου όταν έρθει η έμπνευση. Αρκεί να έρθει…
          Κι έτσι έμεινε το πρωί. Δυσκολεύτηκε να αφήσει το κρεβάτι του τόσο νωρίς, σε άδεια βρισκόταν, αλλά καθώς είχε αρχίσει να απελπίζεται έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και πίεσε τον εαυτό του. Δοκίμασε διαφορετικές ώρες και κατέληξε ότι η καλύτερη ήταν λίγο μετά την αυγή. Έξι και, έλεγε το ρολόι του κι ο κόσμος ήταν διαφορετικός κάτω στην γνωστή του ακροθαλασσιά. Ο αέρας κοιμόταν ακόμα, σε άδεια κι αυτός, ακίνητος, φρέσκος κι αρμυρός. Ο ήλιος πίσω του, πίσω κι απ’ το μοναχικό πεύκο, μια ρόδινη υποψία ακόμη. Η άμμος, άσπρη, λεπτή, δροσερή και κυματοειδής, συνέχιζε χωρίς συνοριακή γραμμή στο νερό κι αυτό συνέχιζε σβήνοντας πέρα στον λευκό ακόμα ουρανό και όλα μαζί σχημάτιζαν μια διάφανη σφαίρα ακύμαντης ησυχίας γύρω του με την κίτρινη καρέκλα του στο κέντρο της. Υπέροχα. Ήρεμα. Ο τέλειος οίκος της έμπνευσης. Που όμως δεν καταδεχόταν να έρθει και να εγκατασταθεί.
         Κάρφωσε τα μάτια στο χαρτί…
         Έβαλε τους στυλογράφους στη σειρά…
         Έκανε σχήματα με τ΄ ακροδάχτυλά του στην άμμο μπροστά από την καρέκλα…
          Είναι εύκολο να γίνεις συγγραφέας σκέφτηκε. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να κάτσεις σκυμμένος πάνω από μια λευκή σελίδα και να περιμένεις να στάξει αίμα το μέτωπο σου… Δεν θυμόταν που το είχε διαβάσει, αλλά είχε αρχίσει να του φαίνεται ότι όποιος κι αν το έγραψε, μάλλον εύκολα περιέγραφε τα πράγματα.
          Ένα μοναχικό χελιδόνι ήταν η μοναδική κίνηση γύρω του. Βουβά ήρθε και βούτηξε πάνω στην λεία, υγρή επιφάνεια της θάλασσας περνώντας ξυστά πάνω της, αφήνοντας μια γραμμούλα πίσω του εκεί που το ράμφος του την είχε αγγίξει. Το έκανε μια , δύο, τρείς φορές, σαν να έπινε νεράκι. Ιδού η έμπνευση ιδωμένη ως πτηνό, σκέφτηκε. Φευγαλέο πουλάκι απ’ το πουθενά, περνάει κι αφήνει ένα μικρό σημάδι στο μυαλό που χάνεται όσο γρήγορα δημιουργήθηκε. Την κατέγραψες; Καλώς. Όχι; Έμεινες να αναρωτιέσαι τι ήταν εκείνο το πολύ ωραίο που σκέφτηκες και που στο καλό χάθηκε…
          Συνέχισε να κοιτάζει τις σελίδες. Άσπρες. Γάλα. Κανένα διανοητικό χελιδόνι δεν του ‘κανε την χάρη να αφήσει την παραμικρή δημιουργική γραμμούλα στο μυαλό του. Κανένας ανθός δημιουργικότητας δεν λουλούδιασε μέσα του. Οι σελίδες παρέμεναν εκνευριστικά λευκές, εκτός από κάτι μουτζουρίτσες που σκιτσάρισε αφηρημένα (σε τρία χρώματα), και που δίπλα τους για κάποιο ακατανόητο λόγο σημείωσε, «Τριαντάφυλλα του Ισπαχάν«. Ίσως επειδή πάντα τα φανταζόταν άλικα. Ίσως επειδή μετά από τόσες μέρες στην παραλία θα ευχόταν να δει μερικές σταγόνες κόκκινου πάνω στο χοντρό του σημειωματάριο, θα σήμαινε ότι τουλάχιστον προσπαθεί…
         Στο μυαλό του ήρθε ένα τραγουδάκι από τότε που ήταν νέος.
        «Στην παραλία της ηχούς, σε εκείνη την πέρα μακριά, σε εκείνη την χαμένη στον χρόνο, εκεί που μου ‘γινε συνήθεια να βλέπω τον ήλιο να χαμηλώνει, εκεί θέλω να μείνω…..» *
        Πήρε να το σιγοτραγουδάει όση ώρα τα μάζευε για να φύγει, ατάλαντος αλλά όχι αποθαρρυμένος…

Echo Beatch» των Martha and the Muffins  από το μακρινό 1980

 

One Response to ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΙΣΠΑΧΑΝ του ΚΩΣΤΑ Β. ΠΑΞΙΜΑΔΑ

  • Καταπληκτικές οι παρομοιώσεις και η μεταφορές σου, αν και μικρό κατάφερε να με κερδίσει και να με συνεπάρουν οι ανησυχίες του χαρακτήρα σου. Πόσες φορές έχω σκεφτεί και εγώ σαν τον ήρωά σου! Με εντυπωσίασαν οι γνώσεις σου για τις συνήθειες μερικών γνωστών προσώπων. Χμμ.. σα να έμαθα και κάτι παραπάνω διαβάζοντας την ιστορία σου χαχαχα. Περιγραφηκότατο και ταξιδιάρικο, μπορώ να πω!
    Συγχαρητήρια κε Κώστα Παξιμαδά! Και σανώτερα! 😉

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *