Το «Κρυφτό»

του Πέτρου Ευαγγελόπουλου* συγγραφέα του μυθιστορήματος «Παράξενα πλάσματα»

ΤΟ «ΚΡΥΦΤΟ»

«Το διαβολικό κορίτσι». Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας εναλλακτικός τίτλος. Κι άλλος: «Ένα καλοκαίρι». Ή, ακόμη ορθότερα: «Το τελευταίο καλοκαίρι», με κάποια τρομακτική έμφαση στη λέξη «τελευταίο». Ωστόσο ο πραγματικός, και σίγουρα πιο πετυχημένος, είναι: «Κρυφτό» (“Hide and seek”, 1984). Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα του πολυβραβευμένου Αμερικανού συγγραφέα Dallas William Mayr, πιο γνωστού με το ψευδώνυμο Jack Ketchum (1946-24 Ιαν. 2018), που διακρίθηκε στον χώρο των ιστοριών τρόμου. Κάποια μάλιστα από τα μυθιστορήματά του έχουν μεταφερθεί και στη μεγάλη οθόνη. Οι περισσότεροι βέβαια τον γνώρισαν και τον θαύμασαν, ή μάλλον έφριξαν -ή μάλλον και τα δύο- από το «Κορίτσι της διπλανής πόρτας» (“Girl next door”, 1989), το οποίο έγινε ταινία το 2007 (και για το οποίο κάποιοι ομολογούν πως δεν κατάφεραν να το ολοκληρώσουν…). Όμως ας επιστρέψουμε στο σίγουρα πιο ευκολοχώνευτο -αν και όχι κατάλληλο για όλα τα μεγάλα παιδιά- «Κρυφτό».

Κάποιο καλοκαίρι λοιπόν στο «βαρετό και θλιβερό» Ντεντ Ρίβερ εμφανίζονται τρία πλουσιόπαιδα, ένας νεαρός και δύο κοπέλες. Σε κείνη την επαρχιακή, υποτονική πόλη, με τη γενικευμένη ανεργία και τη φτώχια, η παρουσία τους δεν περνά απαρατήρητη. Καθόσον μάλιστα τριγυρνούν με ακριβά αμάξια, και κάνουν το παν για να προκαλέσουν εντύπωση. Αρνητική κάθε φορά.

Από τις δύο κοπέλες, ένας ντόπιος, ο εικοσάχρονος Νταν, ο πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας, θα προσέξει την εντυπωσιακή Κέισι. Δεν είναι εντυπωσιακή μόνο επειδή είναι όμορφη, αισθησιακή και με επιστημονική μέθοδο γυμνασμένη. Υπάρχει πάνω της και κάτι άλλο, κάτι που θα φανεί ήδη από την πρώτη στιγμή, την πρώτη ματιά, την πρώτη πράξη της που ήταν να βουτήξει, μόνη αυτή από όσους βρίσκονταν εκείνη τη μέρα στην παραλία, στο υπερβολικά κρύο νερό.

Στο άτονο και αδιάφορο Ντεντ Ρίβερ «η κουρασμένη ζωή γεννά κουρασμένες αποφάσεις, μερικές φορές ούτε κι αυτές. Ήμουν τεμπέλης. Αποθαρρημένος. Πάντα έτσι ήμουν. Και τότε η Κέισι». Ο Νταν δεν έχει κοπέλα, δεν έχει μια μόνιμη σχέση. Αλλά και να είχε, οι ομορφότερες γυναίκες της περιοχής του δε συγκρίνονται μαζί της. Ποια χημεία θα μπορούσε να είναι ισχυρότερη;

Τίποτε ωστόσο στη σχέση που ξεκινά δεν είναι σωστό, τίποτε όπως το περίμενε. «Δεν πιστεύω στους οιωνούς, αλλά νομίζω καταλαβαίνεις πότε έχεις μπλέξει». Αυτή είναι η πρώτη φράση του βιβλίου. Ένα από τα «ατυχήματα» που του συμβαίνουν λίγο πριν εμφανιστεί η κοπέλα στη μικρή πόλη, είναι ότι πέφτει πάνω σε ακαθαρσίες σκύλου, οι οποίες, ως γνωστό, είναι οι πιο βρωμερές. «Δεν κοιτούσα πού πήγαινα. Εγώ κοιτάζω κάτω όταν περπατάω. Πάντα. Πότε-πότε με έχουν επικρίνει γι’ αυτό. Η μάνα μου έλεγε ότι θα πάθαινα μυωπία και θα καμπούριαζα». Όμως εκείνη τη σημαδιακή ημέρα δεν κοιτούσε…

Πρέπει να παρατηρήσουμε εδώ πως ο συγγραφέας δεν κάνει τον κόπο να εξηγεί τους συμβολισμούς, τους υπαινιγμούς, οι οποίοι αφθονούν στο βιβλίο, οπότε θα πρέπει να κάνει τη «βρώμικη δουλειά» ο αναγνώστης. Ως συγγραφέας, αλλά και αναγνώστης, δε συμφωνώ με την τακτική του. Θα μπορούσε να διατηρήσει το σφιχτό γράψιμο και παρ’ όλ’ αυτά να προσθέτει εδώ κι εκεί μια φράση, έστω μια λέξη. Δεν απαιτούνται μακροσκελείς αναλύσεις για όποιον πίσω από μια συναρπαστική ιστορία επιθυμεί να διαβάσει την ιστορία του κόσμου όλου.

Κι έτσι λοιπόν ο έως τώρα, συνεχώς και μέχρι νεύρωσης προσεκτικός στη ζωή του Νταν Τόμας γίνεται ξαφνικά εντελώς απρόσεκτος – δυστυχώς, συναντώντας το πλέον ακατάλληλο άτομο… Διότι ήδη από την πρώτη τους συνομιλία καταλαβαίνει (και εμείς μαζί του) πως η κοπέλα «είναι για δέσιμο». Εγώ θα τη χαρακτήριζα αλλιώς: Διαβολική! Το βλέμμα, οι ατάκες, ο τρόπος που περπατά, οι εντελώς απρόβλεπτες ενέργειες -οι παράνομες κι όμως απόλυτα επιτυχημένες ενέργειες-, η άνεση, η τρομερή αυτοκυριαρχία της, δεν ανήκουν σε κάποιον άνθρωπο που απλά είναι για δέσιμο. Ανήκουν σε έναν αρχηγό. Και ένας αρχηγός τι ξέρουμε πως χρειάζεται;
Υπηκόους…

«Υπάρχουν λογής και λογής αμαρτίες. Εγώ τώρα πια τις γνωρίζω όλες». Ο κακόμοιρος Νταν, υπό την καθοδήγηση της διαβολικής δεκαεφτάχρονης, θα κατεβεί στη συνέχεια του βιβλίου ένα προς ένα τα σκαλιά στο άγνωστο και σκοτεινό, ιδιαίτερα σκοτεινό υπόγειο, των σκέψεών της. Μαζί τους, αναπόφευκτα, το ίδιο θα κάνει κι ο αναγνώστης. Καθώς διάβαζα τις όλο και αθλιότερες ανομίες τους, δοσμένες με μια γλώσσα συχνά ωμή και χειρουργικά ακριβή, ομολογώ πως ένιωθα ενόχληση. Καθώς διάβαζα ωστόσο κάποια τυχαία σημεία για δεύτερη φορά, διαπίστωνα με έκπληξη πως εγώ, ένας τόσο καλός και σεμνός νέος, θα τα έγραφα ακόμη πιο σκληρά! Διότι τα συγκεκριμένα γεγονότα που επιλέγει να διηγηθεί ο συγγραφέας είναι όντως πολύ σκληρά και, μπορεί να πει κανείς, φερμένα από έναν άλλο, κολασμένο τόπο. Η πραγματική επιτυχία ενός συγγραφέα δεν είναι όταν περιγράφει ιστορίες, έστω συναρπαστικές, έστω ασυνήθιστες, από τούτον τον κόσμο, αλλά όταν για χάρη των αναγνωστών πλάσει έναν καινούργιο. Στην προκειμένη περίπτωση κάποιον αρκετά εφιαλτικό -και γοητευτικό ταυτόχρονα-, τον οποίο δύσκολα μπορούμε να λησμονήσουμε.

* * *

Υπάρχουν τρία θέματα, από τα πολλά, για τα οποία θέλω να μιλήσω λιγάκι. Πρώτον, το βιβλίο αυτό, όπως και άλλα του ίδιου συγγραφέα, ανήκουν στην κατηγορία του «ρεαλιστικού» τρόμου. Δηλαδή περιλαμβάνουν περιστατικά που δεν είναι αδύνατο να συμβούν, αν συντρέξουν φυσικά όλες αυτές οι απίστευτες συνθήκες. Με άλλα λόγια, μην περιμένετε λέξη για εξωγήινους, φαντάσματα, παραφυσικές δυνάμεις και τα παρόμοια. Ωστόσο, ήδη από την αρχή, στην ατμόσφαιρα επικρατεί κάτι αλλόκοτο, αυτοί οι «οιωνοί» που μας ανέφερε ο Νταν προηγουμένως.

Υπάρχει, μας διαβεβαιώνει σε άλλο σημείο, ένας «μηχανισμός, που μόλις έχει τεθεί σε λειτουργία – και τα γεγονότα παύουν να είναι τυχαία. Ο μηχανισμός τα καταναλώνει, τα απορροφά, μεγαλώνει όλο και περισσότερο, τρέφεται με τα γεγονότα της ζωής σου. Με τι σκοπό; Δεν ξέρω».

Και αρκετά πιο κάτω: «Μερικές φορές νομίζω ότι κάτι πλανάται στον αέρα, το οποίο επηρεάζει σχεδόν τους πάντες. Μερικές φορές είναι υπαρκτό και ουσιώδες, σαν τότε που πυροβολήσανε τον Κένεντι. Και μερικές φορές είναι εντελώς ασήμαντο, όπως ο πυρετός του πρωταθλήματος. Μερικές φορές συνεχίζεται αδιάκοπα, όπως η ύφεση, και στο τέλος δεν του δίνεις σημασία».

Αυτός ο μηχανισμός, το κάτι που πλανάται στον αέρα, και μπορεί μάλιστα να δίνει και οιωνούς για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει, δεν μπορεί βεβαίως να είναι ερμηνεύσιμο με τις μεθόδους της επιστήμης ή της ψυχολογίας. Ο συγγραφέας, πολύ σοφά, μας δίνει αρχικά την εντύπωση πως αυτό το κάτι προέρχεται από την καταχθόνια Κέισι. Ωστόσο αργότερα, τόσο για εμάς, και δυστυχώς πολύ αργά για τον ίδιο τον Νταν, θα γίνει κατανοητό πως κι εκείνη δεν ήταν παρά ένα θύμα του γενικότερου, του παγκόσμιου και απροσδιόριστου κακού. Επίσης σοφά, ο συγγραφέας θα αποφύγει να αναλύσει παραπάνω το θέμα, κι εγώ το ίδιο ακριβώς θα κάνω εδώ.

Το δεύτερο που επιθυμώ να συζητήσω μαζί σας, είναι ο λόγος που συνέβησαν όλα αυτά τα φριχτά περιστατικά. Παραθέτω συντομευμένο ένα απόσπασμα:

Προσέξτε την τελευταία φράση. Μου θύμισε αμέσως τον τίτλο από το γνωστό έργο του Νίτσε «Η θέληση για δύναμη» (ο τίτλος βέβαια δε δόθηκε από τον ίδιο), μια ακατανίκητη επιθυμία που διαχέεται σε όλη τη γερμανική φιλοσοφία και αποτελεί την κινητήρια δύναμη για πολλά κατοπινά εγκλήματα – ας μην κάνουμε τώρα «Μαθήματα ευρωπαϊκής ιστορίας». (Για όσους δεν εννόησαν, έκανα λογοπαίγνιο με την αντι-ναζιστική ταινία «Μαθήματα αμερικάνικης ιστορίας».) Προτού πάω στο επόμενο θέμα, ένα αστραπιαίο σχόλιο: Κατ’ ουσίαν, όλα αυτά που θέλει η Κέισι, καθώς και ο λόγος που τελικά γίνονται όλα τα εγκλήματα, τα δικά της, τα δικά μας, όλων, είναι η επιθυμία ΚΑΛΩΝ πραγμάτων, τα οποία όμως επιδιώκονται με τον λάθος τρόπο: δύναμη, χαρά, επιτυχία, απόλαυση, ελευθερία, ομορφιά, πρόοδος, … –
Και ύστερα ο θάνατος.

Το τρίτο θέμα που θα σχολιάσω, ακροθιγώς μόνο, είναι η παρουσίαση του κακού από τη λογοτεχνία, και συγκεκριμένα από τις ιστορίες δράσης. Συνήθως οι κακοί είναι εντυπωσιακοί, πανέξυπνοι, όμορφοι, προγραμματισμένοι, καλογυμνασμένοι, μορφωμένοι, έχουν αυτοκυριαρχία, έχουν τις περιστάσεις με το μέρος τους, είναι πλούσιοι κτλ. Ενώ από την άλλη οι καλοί… Χαλβάς Φαρσάλων πλαδαρός και μπαγιάτικος. Αυτό μπορεί βέβαια να εξυπηρετεί την απόλαυση της ανάγνωσης, όμως είναι άδικο και, το σημαντικότερο, βλαβερό. Οι περισσότεροι έχουμε καταλήξει, ακόμη και αν δεν το συνειδητοποιούμε, να πιστεύουμε πως το έγκλημα είναι ένας υπέροχος γρίφος και ο εγκληματίας ένας γοητευτικός άνθρωπος, ενώ η αστυνομία και οι καλοί και ηθικοί πολίτες, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ανεπαρκείς. Αυτό αποτελεί το μέγα αμάρτημα των συγγραφέων των δύο τελευταίων αιώνων: Δε μας προειδοποίησαν, έστω ως ύστατο έλεος, να μην πέσουμε στον γκρεμό όπου έπεσαν συχνά και οι ίδιοι, αλλά με την ακαταμάχητη δύναμη του λόγου τους μας προσκάλεσαν σε αυτόν – την ίδια ώρα βέβαια που δεν παραλείπουν να μας τονίζουν ότι όλα αυτά είναι άθλια, άθλια, άθλια!

Άθλια, ναι. Αλλά και γοητευτικά…

* * *

Κι έτσι, ως συνεπή εφαρμογή του αρχαίου νόμου της ύβρεως, κατηφορίζοντας όλο και πιο βαθιά στο σκοτεινό μονοπάτι, η απαίσια και υπέροχη κοπέλα θα υποδείξει ένα πρωτότυπο παιχνίδι, που θα αποτελέσει τελικά την καταστροφή τους: Προτείνει στην παρέα να παίξουν κρυφτό, ακριβώς τα μεσάνυχτα, σε μια τρομακτική, ερημική έπαυλη, όπου στο παρελθόν συνέβησαν απαίσια γεγονότα και μέσα στην οποία, σύμφωνα με τις διηγήσεις κάποιων ντόπιων, κυκλοφορούν παράξενα πλάσματα. Από αυτό το παιχνίδι προέρχεται και ο τίτλος του βιβλίου. Βρίσκω μάλιστα το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης πολύ πιο επιτυχημένο από των ξένων, έχοντας την αισθησιακή Κέισι να στέκεται μέσα στις σκιές, μυστηριώδης και απειλητική!

Όπως καταλάβατε ήδη, δεν πρόκειται για το γνωστό παιχνίδι που παίζαμε μικροί με την Ελενίτσα και τον Κοκό. Γι’ αυτό, προτείνω να διαβάσετε τις τελευταίες ενενήντα σελίδες του βιβλίου με ανοιχτά όλα τα φώτα στο δωμάτιο και για υπόκρουση να παίζει μια χαζοχαρούμενη μουσική, μήπως και τα καταφέρετε να νιώσετε λίγη ασφάλεια.

Δε θα τα καταφέρετε.

Η γραφή έχει κάτι οξύ και δυνατό, οι σκηνές είναι εντελώς αληθοφανείς, τα γεγονότα προχωρούν γρήγορα μέσα σε ένα διαρκές κρεσέντο αγωνίας, σε σημείο που αναρωτιέσαι αν μπορεί να υπάρξει στη συνέχεια και κάτι χειρότερο από τα προηγούμενα. Το σκοτάδι γρήγορα θα καταπιεί τα φώτα του δωματίου σας, όσο ισχυρά και αν είναι, ενώ η εσωτερική μουσική του κειμένου θα καλύψει την άλλη. Σε κάποιο σημείο της ανάγνωσης μάλιστα ένιωσα μια τρομερή συγχορδία από εκκλησιαστικό όργανο να σκίζει τον αέρα.

Εκεί ακριβώς είναι το σημείο που θα χρειαστείτε ένα διάλειμμα. Βγείτε για λίγα λεπτά στο μπαλκόνι, στον καθαρό αέρα, κάντε λίγη σουηδική γυμναστική, ας πούμε μερικές διατάσεις, ένα-δύο-εν-δυο, –για να δω χεράκια καθαρά– και ξανά πάμε πάλι: ένα-δύο-εν-δυο, ύστερα τραγουδάτε: «♪ Προσκοπάκος σαν θα πας/ τι ωραία που περνάς ♫», λίγες διατάσεις ακόμη, ένα-δύο-εν-δυο, κι ύστερα επιστρέφετε στην ανάγνωση, αν και δε θα λέγατε όχι για λίγο ακόμη διάλειμμα.

Μπρρρ!

Απίστευτο, αλλά κοντά στο τέλος του βιβλίου το αποκορύφωμα του παραλογισμού νικάει τον παραλογισμό. Όμως δυστυχώς, όταν όλοι οι πρωταγωνιστές θα έχουν καταλάβει τα λάθη τους και θα είναι έτοιμοι με νέα μυαλά για ένα νέο ξεκίνημα, θα είναι πλέον πολύ αργά. Θεωρώ το φινάλε πραγματικό αριστούργημα. Αν και προσωπικά προτιμώ τα χάπι εντ, όμως νομίζω πως εδώ, ακριβώς έτσι όφειλε να συμβεί. Ποιος θα ήθελε μια αρχαία τραγωδία να ξαναγραφεί με ένα κοκτέιλ πάρτι στο τέλος; Κι έπειτα κατά κάποιον τρόπο είναι χάπι εντ, δεν είναι; Διότι ήδη από το ξεκίνημα του βιβλίου ο πρωταγωνιστής μάς πληροφορεί πως θα διηγηθεί μια ιστορία που συνέβη πολύ καιρό πριν. Άρα ξέρουμε πως τουλάχιστον ο Νταν βρίσκεται μαζί μας.

Όχι δε βρίσκεται. Βρίσκεται πολύ πια μακριά από όλους, ακόμη και τους νεκρούς. Αυτό φαίνεται καθαρά στις τελευταίες σελίδες -ζωγραφίζεται για να είμαστε ακριβείς στις τελευταίες σελίδες- με την προοδευτική εξασθένιση των ήχων, τη «φθορά» έως σημείου ακρωτηριασμού των σκηνών, λες και ο κόσμος όλος ξεθωριάζει στα μάτια του και αποσύρεται κάπου στο περιθώριο, όπου και τελικά σβήνει. Λίγες παράγραφοι εδώ. Λίγες φράσεις εκεί. Μόνο λίγες λέξεις στο τέλος: Τι συνέβη έπειτα από έναν μήνα. Έπειτα από έναν χρόνο. Έπειτα από δεκαπέντε χρόνια. Ακόμη κι η αναμενόμενη κενή σελίδα στο τέλος του βιβλίου, αισθάνθηκα πως εξυπηρετεί τούτη τη σταδιακή σίγαση των πάντων, που καταλήγει στο απόλυτο κενό.

Διότι, αν κάποιος άνθρωπος ζήσει αυτά που έζησε ΑΥΤΟΣ ο άνθρωπος, θα εισέλθει απότομα σε μια σιωπηλή ενηλικίωση, από την οποία δε θα ξεφύγει ποτέ, ποτέ.

[ΤΕΛΟΣ ΑΡΘΡΟΥ]

[Πνευματικά δικαιώματα εικόνας: εκδόσεις Λόγειον]

*Ακολουθήστε τον Πέτρο Ευαγγελόπουλο στο facebook