ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ ΗΤΑΝ της ΛΙΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ

«Το Αερικό ήταν»
Αερικό, την φώναζαν όλοι στο χωριό, από την πρώτη στιγμή που ήρθε στον κόσμο. Ένα μωρό ξανθό σαν στάχυ, με δέρμα διάφανο και μάτια αγγέλου. Χαμογελούσε συνεχώς σαν να έβλεπε το πιο όμορφο όνειρο, χαμογελούσε είτε έπαιζε με τα χεράκια της, είτε κοιμόταν. Χαμογελούσε και μεγάλωνε σαν Αερικό.
Το σπίτι που γεννήθηκε ήταν ένα μικρό παλιό δίπατο, σκαρφαλωμένο στην πλαγιά ενός λόφου, πέρα στην άκρη του χωριού, εκεί που άρχιζε το δάσος. Μπορεί να ήταν φτωχικό, αλλά είχε την καλύτερη θέα. Το μπαλκονάκι του πάνω ορόφου άφηνε το μάτι να πλανηθεί σε σπίτια, δρομάκια, πλατείες και ανθρώπους, έτσι που τίποτα δεν μπορούσε, θαρρείς, να συμβεί χωρίς να ειδωθεί. Εκεί στο δωμάτιο του πάνω ορόφου, που είχε το μπαλκονάκι για επίνειο, άνοιξε το Αερικό για πρώτη φορά τα γαλάζια της μάτια και σκόρπισε το πρώτο της χαμόγελο. Εκείνο το δωμάτιο επισκέφτηκαν το πρώτο βράδυ οι μοίρες για να ορίσουν τη ζωή της. Εκείνο το μπαλκονάκι ήταν ο μάρτυρας των αποδράσεών της, ήταν αυτό που την κατευόδωνε και την καλοσώριζε μετά τις ατέλειωτες αναζητήσεις.
Το Αερικό τριγυρνούσε όλη μέρα έξω, ιδιαίτερα στο μικρό δασάκι, μιλώντας σε όλα τα πλάσματα της φύσης, μάζευε λουλούδια και μετά έτρεχε στους δρόμους. Ήξερε κάθε στενό, κάθε σπίτι, κάθε οικογένεια, κάθε βρύση και κάθε δέντρο. Στο πέρασμά της γύριζαν όλοι το κεφάλι και τη χαιρετούσαν. Άλλοι την φώναζαν από μακριά. «Έλα να σε κεράσουμε, πίτα με βατόμουρα που σ’ αρέσει». Κι εκείνη, πάντα καταδεκτική, σαν μεγαλόκαρδη κυρά, τους έκανε τη χάρη και έφερνε την ομορφιά στο σπιτικό τους. Τους άφηνε λίγα λουλούδια γιατί «το δώρο θέλει αντίδωρο» κι έφευγε αφήνοντας την αύρα της να ευλογήσει τους τυχερούς.
Δεν πήγε σχολείο. Περνούσε μόνο από κει την ώρα που τα άλλα παιδιά έκαναν μάθημα και της άρεσε να τα πειράζει. Στεκόταν έξω από το κλειστό παράθυρο, τον χειμώνα, έδινε μια και το άνοιγε διάπλατα. Τα παιδιά κι ο δάσκαλος δεν θύμωναν μαζί της. «Το Αερικό ήταν», φώναζαν όλα μαζί και γελούσαν. Γελούσε κι αυτή μαζί τους κι έφευγε. Την άνοιξη που τα παράθυρα άνοιγαν δειλά δειλά έβρισκε άλλες σκανδαλιές. ‘Εμπαινε κρυφά στην τάξη, την ώρα που τα παιδιά ήταν έξω στη αυλή και τους μπέρδευε τα βιβλία και τα τετράδια. Ή πάλι, έκρυβε τα γυαλιά του δασκάλου στα πιο απίθανα μέρη για να χάσουν το μάθημα. «Πάλι το Αερικό ήταν» έλεγε εκείνος, σκασμένος στα γέλια.
Τα αστεία της δεν σταματούσαν στο σχολείο. Έμπαινε και στα σπίτια είτε για να τσιμπολογήσει το ζεστό ψωμί, είτε για να κρύψει την κορδέλα για τα μαλλιά της κοπέλλας που ετοιμαζόταν να πάει στο πανηγύρι, εκεί όπου έπεφταν οι πρώτες κλεφτές ματιές και σφράγιζαν τα μελλοντικά σπιτικά. «Το Αερικό ήταν» σκέφτονταν όλοι και της έγνευαν από μακριά για να της δείξουν ότι δεν θύμωσαν. Κανείς δεν ήξερε περισσότερα από κείνη για τα κρυφά ειδύλλια και τους αβάσταχτους καημούς. Κάθε κοπέλα σε κείνη έλεγε τον μυστικό της και την ήθελε δίπλα της όταν ντυνόταν νυφούλα και στεκόταν στο παράθυρο για να χαιρετήσει την κοριτσίστικη ζωή της. Και κάθε κοπέλα από εκείνη περίμενε ένα χάδι στα μαλλιά, σαν πνοή ανέμου, να την παρηγορήσει για ένα όνειρο που χάθηκε. Εκείνη, ξέροντας, ψιθύριζε λέξεις χαιδεύοντας τ’ αυτιά των παληκαριών και φύτευε τον σπόρο της αγάπης στις καρδιές τους.
Όταν κουραζόταν από τις βόλτες και τα παιχνίδια γυρνούσε στο σπίτι της, έστελνε από ένα φιλί στους γονείς της και ανέβαινε στο δωμάτιό της. Στο κοριτσίστικο δωμάτιο με τις πλεκτές κουρτίνες, που ανέμιζαν όπως τα ξανθά της μαλλιά, στο κρεβάτι με το πουπουλένιο στρώμα και στη μικρή αχυρένια κούκλα που το στόλιζε, χρόνια τώρα. Άνοιγε τη ντουλάπα και τα συρτάρια και καμάρωνε τα φρεσκοπλυμένα ρούχα και τις κεντημένες πετσέτες. Στεκόταν στο μπαλκόνι και γευόταν το μυρωδάτο γιασεμί που με τα χρόνια είχε σκαρφαλώσει ως τη στέγη. Που και που, ένα ελαφρύ τρίξιμο από τις σανίδες του πατώματος έκανε τους γονείς της να γυρίσουν ασυναίσθητα το κεφάλι προς τα πάνω και μετά να χαμογελάσουν ο ένας στον άλλον. Έτσι περνούσαν, πια, τα χρόνια τους. Περιμένοντας αυτό το τρίξιμο από τις αόρατες πατημασιές της κόρης τους, που έσβησε παίρνοντας μόνο λιγοστές ανάσες σ’ αυτό τον κόσμο. «Το Αερικό ήταν», έλεγαν με τα μάτια και γλύκαινε κάπως ο καημός τους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Flag Counter