ΤΟΝ ΕΛΕΓΑΝ ΓΟΥΪΛΕΡ του ΚΩΣΤΑ ΠΑΞΙΜΑΔΑ

             Τον έλεγαν Γουίλερ. Το μικρό του όνομα ήταν πολύ αστείο και έπαψε να το χρησιμοποιεί από παιδί ακόμα. Τώρα του φαινόταν ότι ανήκε σ’ ένα ξένο, κάποιον που γνώρισε πολύ παλιά.

             Είχε βγάλει μόνο τέσσερις φωτογραφίες στη ζωή του που τις χρησιμοποιούσε σαν σελιδοδείκτες για το παρελθόν του, τα μόνα πράγματα που μπορούσαν να αποδείξουν ότι είχε υπάρξει και σαν κάτι άλλο από έναν εξηνταπεντάρη στεγνό άντρα. Οι ίδιες οι φωτογραφίες βρισκόταν στον πάτο του μπαούλου στη γωνία, πίσω απ’ το σιδερένιο κρεβάτι-του, θαμμένες εκεί για χρόνια. Στο μυαλό του όμως μόνο θαμμένες δεν ήταν όταν ήθελε να θυμάται, πράγμα όχι και πολύ συχνό, όπως τώρα που καθόταν στη ξύλινη βεράντα και κοίταζε τους εργάτες με τα κίτρινα μηχανήματα τους να στρώνουν τον δρόμο, πέρα μακριά.

           Ένα νήπιο, βρέφος σχεδόν, με σκούρα ματάκια, λεπτό προσωπάκι και λίγα ανοιχτόχρωμα μαλάκια ήταν η πρώτη εικόνα που είχε για τον εαυτό του. Και μόνο γι αυτά τα φουστανάκια η φωτογραφία αυτή καλύτερα θα ‘ταν να μείνει θαμμένη για πάντα. Κι όμως, εκείνα τα χρόνια στην δύση του 19ου αιώνα ήταν πολύ συνηθισμένο για τις μητέρες να ντύνουν τα μικρά τους αγόρια σαν κοριτσάκια. Κάπου κατά βάθος ήθελαν να παίζουν ακόμα με κούκλες και να ξορκίζουν την σκληρότητα του κόσμου που ήταν αναγκασμένες να ζουν. Άγγιξε με τα χέρια του τα μάγουλα του. Τίποτα από εκείνη την παιδική τρυφερότητα δεν είχε μείνει φυσικά, μόνο στεγνό, ηλιοκαμένο δέρμα, σχεδόν πετσί, σαν ινδιάνου. Είναι αστείο σκέφτηκε πώς τ’ ατέλειωτα χρόνια κάτω απ’ τον ήλιο φέρνουν τις φυλές κοντά, σε πείσμα αυτών που κηρύττουν ότι δεν έχουν τίποτα το κοινό μεταξύ τους. Ο Γουίλερ ήξερε ότι η φύση και οι συνθήκες πλάθουν τους ανθρώπους και τους κάνουν ένα καλούπι, στην όψη, στο μυαλό και στις συνήθειες. Εδώ έξω δεν είχε σημασία αν ήσουν Ιρλανδός, Ινδιάνος, Γερμανός ή Έλληνας. Μετά από μερικά χρόνια στις πεδιάδες ήσουν σαν να ‘χες βγει από την ίδια γραμμή παραγωγής. Το βρέφος με τα φουστανάκια θα μπορούσε να είναι ινδιανάκι ντυμένο στα δερμάτινα έτσι όπως είχε καταλήξει…

           Η δεύτερη φωτογραφία έδειχνε ένα λεπτό, νευρώδες παλικαράκι δίπλα σε κάτι κουβάδες με νερό. Στο βάθος ο ατέλειωτος ουρανός πού θα ‘ταν το μόνο μόνιμο στοιχείο στη ζωή του από εκεί και πέρα. Ήταν από την πρώτη φορά που ξεκίνησε να συνοδεύει τα κοπάδια σαν βοηθός στην άμαξα του ανεφοδιασμού. Εκείνη η βουτυράτη μυρωδιά απ’ τα μπισκότα που έψησε εκείνο το πρωινό ο μιγάδας μάγειρας ήταν ακόμα στα ρουθούνια του, η οσφρητική συνοδεία της φωτογραφίας που επέμενε να αναδύεται τόσα χρόνια μετά το ίδιο ζωντανή όπως και την πρώτη μέρα που τραβήχτηκε. Το δέρμα του ήταν ακόμα άσπρο, τα χέρια του ακόμα λεπτά, τα μάτια του ακόμα αβέβαια. Σαν κάποιος μακρινός ξάδερφος με το ίδιο αστείο μικρό όνομα όπως εκείνος.

          Και μετά, στα εικοσιπέντε, σκληρός ήδη αλλά ακόμα αισιόδοξος με μαύρο κουστούμι –μια φορά το φόρεσε κι ήταν δανεικό-, δίπλα σε μια ξανθούλα ντυμένη στα λευκά. Τη παντρεύτηκε ανάμεσα σε δύο ταξίδια και την άφησε πίσω σχεδόν αμέσως. Η πεδιάδα κι ο ουρανός τον περίμεναν όπως ο ωκεανός και οι τροπικές καταιγίδες. Στο τρίτο ταξίδι μετά την φωτογραφία γνώρισε και τον γιό του, ένα αστείο μίγμα και απ’ τους δυό τους. Και πάλι έφυγε και πάλι τους είδε, και κάθε φορά ο γιός του ήταν διαφορετικός και η γυναίκα του η ίδια στην αγάπη της, παρόλη την απουσία του. Σε κάποιο ταξίδι τον περίμενε ένα τηλεγράφημα σ’ ένα μικρό χωρίο. Γύρισε πίσω αλλά δεν πρόλαβε ούτε την κηδεία. Η δεύτερη εγκυμοσύνη δεν πήγε καλά και οι γιατροί εκείνα τα χρόνια δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά στις μεγάλες αιμορραγίες. Τότε κατάλαβε πόσο η πεδιάδα χωρίς ορίζοντες τον είχε αλλάξει. Την αγαπούσε αλλά δεν μπορούσε να κλάψει. Ήθελε να λυπηθεί αλλά δεν μπορούσε. Όπως όταν δεν λυπόταν όταν έμενε μέρες βρεγμένος στη σέλλα. Όπως όταν δεν στενοχωριόταν όταν χιόνιζε ατέλειωτα. Όπως όταν κάτι μέσα του τον έκανε να δέχεται ότι έχασαν ακόμα ένα σύντροφο από δάγκωμα φιδιού ή από μόλυνση από κάποια πληγή ή από τσαλαπάτημα όταν τα ζώα αφήνιαζαν. Τον έθαβες, έλεγες τις προσευχές σου και τον άφηνες εν ειρήνη, κι αυτόν κι εσένα. Τώρα με έκπληξη διαπίστωνε ότι αυτό ίσχυε και για την γυναίκα του. Την έθαψε και την άφησε εν ειρήνη, αλλά η πεδιάδα του φαινόταν ακόμα πιο ατέλειωτη από τότε, ο ουρανός ακόμα πιο αλύπητος.

         Στην τέταρτη φωτογραφία ο γιός του στεκόταν δίπλα του μπροστά στις πύλες της στρατιωτικής ακαδημίας. Ένα μικρό, δεκάχρονο παιδί που έμπαινε εσώκλειστο να μάθει γράμματα, να έχει δωρεάν τροφή, κάποιον να το προσέχει και να του μάθει ένα επάγγελμα. Του έσφιξε το χέρι, το αγοράκι ανταπέδωσε σοβαρά και αποχωρίστηκαν. Ήταν περίεργο αλλά ένιωσε πιο λυπημένος από την κηδεία της μάνας του. Στο θάνατο. Το ξέρεις ότι δεν γίνεται αλλιώς, συμβαίνει παντού γύρω σου, ζεις μαζί του και το ξεχνάς. Τώρα τον άφηνε πίσω του ζωντανό, το μόνο πλάσμα που ήταν στο ίδιο σύμπαν μαζί του, σαν δορυφόρος στον πλανήτη του. Τον αγαπούσε αλλά ήξερε ότι όλα τα πράγματα τελειώνουν άξαφνα κι αλύπητα κι η αγάπη γι αυτά το μόνο που κάνει είναι να σε λυγίζει όταν τα χάνεις, να γίνεσαι απρόσεχτος και να χάνεσαι κι εσύ με την σειρά σου. Γι αυτό τον χαιρέτησε και τον άφησε να φύγει. Είχαν επαφή βέβαια, αραιά γράμματα που τώρα κι αυτά βρισκόταν δίπλα στις φωτογραφίες στον πάτο του μπαούλου του. Ήταν γράμματα μεταξύ δύο αντρών, λιγόλογα και πρακτικά. Κι όμως κάτι σ’ αυτό «ο πατέρας σου» και «ο γιός σου» που τα έκλεινε έδειχνε βουβά την ουσία της σχέσης τους.

        Τον έχασε στον μεγάλο πόλεμο των χαρακωμάτων στην Ευρώπη. Σ’ ένα άλλο χωριό τον περίμενε ένα άλλο γράμμα με μαύρο περιθώριο κι ένα μικρό ασημένιο αστέρι καρφιτσωμένο πάνω του. Πέθανε οδηγώντας τους άνδρες του πίσω προς την ασφάλεια των γραμμών τους μέσα από μια επίθεση αερίων του εχθρού. Τους γύρισε όλους πίσω βάζοντας τις μάσκες στους πληγωμένους και καθυστερώντας αρκετά γι αυτό ώστε να μην βάλει έγκαιρα την δική του. Γι αυτό και το μικρό ασημένιο αστέρι.

        Το ‘βγαλε απ’ την τσέπη του πουκάμισου-του όπου ήταν η κατοικία του τα τελευταία τριάντα χρόνια, ό,τι απέμεινε απ’ το παιδί του. Στεγνός, γκριζομάλλης, καμένος και χαρακωμένος απ’ τον ήλιο ο Γουίλερ κρατώντας το παράσημο κοίταξε ξανά τους εργάτες στο βάθος. Για πρώτη φορά οι πεδιάδες δεν ήταν πια οι ίδιες. Οι θάλασσες του χορταριού τώρα πλημμύριζαν ορόσημα. Τηλεγραφόξυλα, γραμμές τραίνου, συρματοπλέγματα και τώρα τελευταία, ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι και βενζινάδικα. Στις ερημιές ανάμεσα στην ζωντάνια της πλάσης πότε δεν είχε νοιώσει πραγματικά μόνος. Όλα τα συναισθήματα μίκραιναν αυτόματα μπροστά στο δέος του ατέλειωτου. Τώρα γινόταν το αδιανόητο, το ατέλειωτο αποκτούσε σύνορα κι ανθρώπινη μόνιμη παρουσία. Ο κόσμος μίκραινε, το μέτρο σύγκρισης άλλαζε, το δέος μεταλλασσόταν σε κοινότυπο. Και ξαφνικά όλα αυτά μέσα του δεν ήταν πια μικρά, φούσκωναν και εξαπλωνόταν και γινόταν βαριά κι ασήκωτα απέναντι στον πολιτισμό που προέλαυνε.

Ο Γουίλερ τα κοίταξε όλα αυτά, κοίταξε και τα χέρια του και τ’ αστέρι και τα λιτά ρούχα του -τζιν, κίτρινο φανελένιο πουκάμισο, μπότες- και μετά έστρεψε και κοίταξε τα γαλάζια βουνά πίσω του. Δεν φαινόταν και πολύ μακριά όμως στοιχημάτιζε ότι οι εργάτες κι ο δρόμος θα ‘καναν αρκετά χρόνια για να τα φτάσουν, δεν υπήρχαν χωριά εκεί άλλωστε.

       Ίσιωσε τη μαύρη μπαντάνα που κρεμόταν από πάντα στο λαιμό του κι έκανε λίγο πιο πάνω το άσπρο Στέτσον αφήνοντας το δυνατό απογευματινό φως να πέσει στα μάτια του. Ο ορίζοντας χάθηκε, μαζί και τα μηχανήματα.

      Ξανάβαλε προσεχτικά το μικρό ασημένιο αστέρι της ανδρείας πίσω στη τσέπη του, αριστερά, στο μέρος της καρδιάς.

      Ώρα για ένα ακόμα ταξίδι, σκέφτηκε…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *