ΣΤΟ ΜΠΑΡ του ΠΕΤΡΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Νικ Πάλμερ τελείωνε το ποτό του σε γνωστό μπαρ του Λονδίνου και σκόπευε να φύγει για να βρει κάποιον συνεργάτη του, όταν παρατήρησε δύο κοπέλες λίγα μέτρα πιο πέρα να τον κοιτούν καθισμένες σε μια γωνιά. Η μία, η αριστερή, έλαμπε πραγματικά μέσα σε ένα αποκαλυπτικό τιγρέ φόρεμα. Είχε μάτια το ίδιο φλογερά με τα χείλη της και γύριζε μια σε κείνον κοιτώντας τον με περίεργο τρόπο και μια στρεφόταν στη φίλη της και κάτι της ψιθύριζε. Ο Νικ απέμεινε με το ποτήρι κοντά στο στόμα και παρατηρούσε τις γυναίκες με τις άκρες των ματιών του. Ξαφνικά του άρεσε η ιδέα.
«Η αριστερή είναι σκέτη φωτιά» σκέφτηκε. «Καμπύλες! Τόσες πολλές κι ενδιαφέρουσες καμπύλες!» υπολόγισε λάγνα και το δάχτυλό του έκανε μια κίνηση στον αέρα, παράλληλα με το ποτήρι, σα να ακολουθούσε ένα περίγραμμα. «Και σίγουρα κάτω από τα λιγοστά ρούχα της κρύβει ακόμη περισσότερες εκπλήξεις! Αλλά κι η δεξιά, παρόλο που δεν είναι σπουδαία, έχει κάτι το ασυνήθιστο. Τι όμως; Μμμ, για να βρω τις λέξεις. Να, μοιάζει κάπως σαν αρχηγός ανάμεσα στις δύο. Τα μάτια της δες πώς παίζουν. Τι θάρρος! Ή μήπως επιθετικότητα; Α, χα, μου αρέσουν οι επιθετικές γυναίκες! Ούου, ας πάει να περιμένει ο Τζον! Εγώ δεν φεύγω τώρα από δω. Πρώτα θα μάθω τι θέλουν από μένα τα δύο μανούλια κι ύστερα θα την κάνω. Αν μάλιστα θέλουν ό,τι νομίζω πως φαίνεται στα ματάκια τους ότι θέλουν, τότε θα πρέπει να κάνω την επιλογή μου, έτσι δεν είναι; Ποια όμως από τις δύο; Μα φυσικά την αριστερή, με τα πράσινα μάτια. Αλλά κι η δεξιά η καστανή να μείνει παραπονεμένη; Όχι, θα ήταν τόσο κρίμα! Αλλά τότε;»
Ο Τζον άρχισε να μετρά χτυπώντας το δάχτυλο πάνω στο ποτήρι του δεξιά-αριστερά:
«Α-μπε-μπα-μπλομ…» Και συνέχισε για λίγα δευτερόλεπτα ώσπου κατέληξε. «Μάλλον θα πάρω και τις δύο, θα πω να μου τις τυλίξουν. Την αριστερή θα τη φάω απόψε για δείπνο και τη δεξιά θα τη βάλω αύριο να μου πει ένα ωραίο παραμύθι με το μεγάλο, θρασύ στοματάκι της. Και θα είναι υποθέτω ένα πολύ βρώμικο παραμύθι! Χα, χα!»
Αισθάνθηκε πως θα σκάσει στα γέλια και στα φανερά, οπότε γύρισε από την άλλη για να μην τον βλέπουν οι κοπέλες. Θα περίμενε δύο-τρία λεπτά κι ύστερα θα τραβούσε για το τραπέζι τους.
Στο μεταξύ εκείνες συζητούσαν έντονα για αυτόν. Η αριστερή, η Τίνα, έλεγε σε έντονο ύφος στη Μαίρη:
«Όχι, είμαι σίγουρη. Φυσικά, δεν μπορεί, αυτός είναι! Τον έχω δει μόνο μια φορά, αλλά δεν κάνω λάθος. Αυτός είναι».
«Θα ξεκολλήσει η βελόνα ποτέ;» τη μάλωσε η Μαίρη. «Επιτέλους, ποιος είναι; Με έσκασες! Τον έχεις φάει με τα μάτια κι εκείνος μοιάζει έτοιμος να σου ορμήξει. Και φαίνεται ωραίο παιδί».
«Χα! Να που ακόμη και η δυναμική Μαίρη είναι έτοιμη να την πατήσει μαζί του. Όμως ύστερα φυσικά θα πάθει το ίδιο με μια φίλη μου πριν οχτώ μήνες».
«Τι έπαθε η φίλη σου;»
«Αυτός ο τύπος, όσο ωραίος και πλούσιος είναι, άλλο τόσο είναι αδίστακτος. Γνωρίστηκαν σε ένα μπαρ, να όπως εμείς σήμερα, και τα φτιάξαν. Είχαν σχέση για έναν ολόκληρο χρόνο, ώσπου εκείνος ξαφνικά την παράτησε. Το κάθαρμα!» ψιθύρισε η Τίνα κι έσφιξε τη γροθιά της.
«Κορίτσι μου, χαλάρωσε. Κάνεις λες και ζεις στον δέκατο ένατο αιώνα, με ιπποτισμούς και ρομαντισμούς! Στην εποχή μας έτσι συμβαίνει. Οι σχέσεις αρχίζουν πολύ εύκολα, χαλούν το ίδιο εύκολα και ύστερα μένουν πίσω αρκετές πληγωμένες καρδιές. Καλό ή κακό, έτσι είναι. Λοιπόν δε μου φαίνεται και τόσο ασυνήθιστο αυτό που συνέβη στη φίλη σου. Θα το ξεπεράσει κάποια στιγμή».
«Δεν με άφησες να ολοκληρώσω. Αυτός ο παλιάνθρωπος δεν χώρισε απλά μαζί της και τόσο μόνο. Επειδή εκείνη τον αγάπησε τρελά, έκλαιγε και τον ικέτευε να τα ξαναφτιάξουν, αυτός έβαλε έναν μπράβο του να την τρομοκρατήσει. Την παραφύλαξε και την πέτυχε ένα βράδυ σε κάποιο απόμερο δρόμο, μακριά από οποιονδήποτε μάρτυρα. Την άρπαξε τότε και της έδωσε ένα ξύλο επιστημονικό».
«Δεν ήξερα ότι υπάρχει και επιστημονικό ξύλο».
«Είναι όταν σε κάνει να βογκάς από τον πόνο, αλλά χωρίς να μείνουν πάνω σου σημάδια. Τουλάχιστον ιδιαίτερα σημάδια. Αν σκεφτείς μάλιστα ότι ο μπράβος πρόσθεσε και μερικές αισχρές πινελιές στα χτυπήματά του, καταλαβαίνεις γιατί η φίλη μου ζει τώρα με ψυχοφάρμακα. Έχει καταντήσει κουρέλι».
«Και δεν τον κυνήγησε καθόλου;»
«Όχι, δεν είχε στοιχεία εις βάρος του. Άσε που πλέον φοβάται σαν λαγός τα πάντα και μένει όλο κλεισμένη μέσα». Η Τίνα έσφιξε τα δάχτυλα στο ποτήρι της μέχρι που άσπρισαν. «Ξέρεις τι θα κάνω; Θα πάω ως εκεί και θα αδειάσω το ποτό μου στα μούτρα του. Κι ύστερα θα του δώσω μια δυνατή κλωτσιά ανάμεσα στα πόδια».
«Φτωχό μου, χαζοχαρούμενο μωρό! Σκέψου λίγο τι λες. Αν ο άνθρωπος αυτός δεν δίστασε να δείρει τη φίλη σου, και μάλιστα χωρίς να της αφήσει σημάδια, και κανείς δεν τον τιμώρησε γι’ αυτό, τότε φαντάσου τι θα συμβεί με σένα, αν, ενώπιον τόσων μαρτύρων, κάνεις ό,τι σκέφτεσαι. Εσένα, να ’σαι σίγουρη, θα σου αφήσει μεγάαλα, φανερά σημάδια – και μάλιστα τελείως νόμιμα. Δεν σε καταλαβαίνω. Όταν ήσουν μικρή, όλη την ώρα μονάχα στόλιζες τις κούκλες σου ή πηδούσες πάνω από λάστιχα με τις φίλες σου; Δεν έπαιζες άλλα παιχνίδια, πιο έξυπνα; Να, ας πούμε, σαν το σκάκι;»
«Καλά, τι σχέση έχει το σκάκι με την κουβέντα μας;»
«Διότι, αν έπαιζες σκάκι, θα ήξερες πως δεν βγάζουμε στα καλά καθούμενα το στρατιωτάκι μας μπροστά στη βασίλισσα του αντιπάλου – κι εσύ, πίστεψέ με, είσαι ένα κακόμοιρο, χαζό στρατιωτάκι απέναντι σε μια σαρκοβόρα βασίλισσα. Σε τέτοια περίπτωση το αποτέλεσμα είναι εκ των προτέρων γνωστό. Εκτός κι αν…»
«Εκτός κι αν τι;»
«Εκτός κι αν πρόκειται για μπλόφα και έχεις παρασύρει τη βασίλισσα σε ένα μονοπάτι καταστροφής που προηγουμένως σχεδίασες προσεκτικά. Και ολόγυρά της τώρα είναι περικυκλωμένη από δυνάμεις σκότους».
«Άρα…;» είπε η Τίνα που δεν κατάλαβε και πολλά.
«Άρα έχουμε χρόνο να αναπτύξουμε τις λεπτομέρειες του σχεδίου μας. Για την ώρα εσύ αποτέλειωσε με την ησυχία σου το ποτό σου και ύστερα απλά πλησίασε προς το μέρος του με βάδισμα τύπου Β».
«Τι είναι πάλι αυτό;»
«Τύπου Β. Προσκαλείς τον βιαστή να σε βιάσει. Ξέρω, μπορεί σχετικά με το σκάκι και τέτοιες σύνθετες έννοιες να μην πιάνεις και πολλά, αλλά όσον αφορά βαδίσματα τύπου Β… – άα, εκεί σε παραδέχομαι!»
Η Τίνα ύψωσε το φρύδι σαρκαστικά και μίλησε με βραχνή φωνή απ’ τον θυμό της.
«Κι έπειτα τι; Θα ακολουθήσει κάποια δραστηριότητα τύπου Σ, όπως λέμε σεξ; Αυτό είναι δηλαδή το καταπληκτικό σχέδιό σου; Να κάνω σεξ με αυτό το κτήνος; Ευχαριστώ, δεν θα πάρω!»
Η Μαίρη ακούμπησε πίσω αναστενάζοντας.
«Αχ, τελικά εσύ μου φαίνεται δεν θα γλιτώσεις την εγγραφή σε σκακιστική λέσχη. Έχεις επειγόντως ανάγκη από brain training. Άκουσέ με, κοπελίτσα. Όταν θέλεις στη ζωή να φτάσεις σε έναν στόχο, δεν πας κατ’ ανάγκη ευθεία πάνω του. Υπάρχουν και οι τεθλασμένες γραμμές, υπάρχουν και οι καμπύλες. Υπάρχουν, αν θες, ακόμη και οι συνδυασμοί αυτών. Εμείς λοιπόν τώρα πρόκειται να ακολουθήσουμε μία τέτοια πολύπλοκη διαδρομή. Κι έπειτα, μην κάνεις σε μένα την οσία! Εγώ δεν ήμουν που παρά λίγο να χρησιμοποιήσω πάνω σου τεχνικές Νίντζα για να σε πείσω να σταματήσεις όλες εκείνες τις τρέλες που έκανες και να ψάξεις να βρεις επιτέλους έναν άνθρωπο σωστό; Ξέχασες κιόλας; Κι όταν γνώρισες τον Αντώνη, που καθόλου δεν συγκρίνεται με αυτό εδώ το σκουπίδι, σε έβαλα να ορκιστείς ότι δεν θα τον προδώσεις ποτέ. Γι’ αυτό μην με κατηγορείς ότι δήθεν το σχέδιό μου περιλαμβάνει δραστηριότητες τύπου Σ. Αντίθετα περιλαμβάνει άφθονες τύπου Δ».
«Τι είναι πάλι το Δ;»
«Αυτά που δεν ξέρεις να κάνεις και θα σε εκπαιδεύσω τις προσεχείς ημέρες: Διανόηση. Δουλειά. Και στην περίπτωσή μας δούλεμα. Πολύ δούλεμα!»
«Δέχομαι!» είπε η Τίνα και τσούγκρισαν τα ποτήρια γελώντας.
[To be continued…]

One Response to ΣΤΟ ΜΠΑΡ του ΠΕΤΡΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *