ΠΡΩΙΝΟΣ ΚΑΦΕΣ της ΛΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΕΤΡΟΥ

Ο Βασίλης σκούπισε το μάρμαρο του πάγκου. Σε λίγο θα κατέφθαναν οι πρώτοι πελάτες. Ήταν τώρα ένας μήνας που είχε βρει αυτή τη δουλειά και είχε αρχίσει να μπαίνει στους ρυθμούς της. Το πρωί έρχονταν οι ηλικιωμένοι για τον καφέ τους ή το τσάι τους. Μεσημεράκι οι κυρίες με τα ψώνια τους για να κάνουν μια ανάπαυλα και να τα πούνε. Κατά τις δύο το μαγαζί άδειαζε για να γεμίσει πάλι νωρίς το απόγευμα, με νεολαία που έπινε καφέ κι έπαιζε επιτραπέζια. Και το βράδυ χαμήλωναν τα φώτα και σερβίρανε ποτά και κοκτέηλ σ’ αυτούς που τους άρεσε το ξενύχτι.
‘Σαν να άργησαν κάπως σήμερα..’, σκέφτηκε ο Βασίλης, που συνήθως είχε πρωινή βάρδια. Οι δυο ηλικιωμένοι έρχονταν πρώτοι κάθε μέρα. Δεν πρόλαβε να το ξανασκεφτεί. Η μεγάλη τζαμωτή πόρτα άνοιξε και δυο παππούδες μπήκαν χαμογελαστοί, με τις εφημερίδες παραμάσχαλα και κάθισαν στο τραπέζι τους.Τις πρώτες μέρες ο Βασίλης είχε απορήσει. Πώς  σηκώνονταν τόσο νωρίς για να βγουν για καφέ, πράγμα που δεν ήταν υποχρεωτικό; Μετά βρήκε ένα άρθρο στο ίντερνετ που εξηγούσε πως μαζί με την πτώση της libido στη μεγάλη ηλικία μειώνεται και η ανάγκη για ύπνο. Αυτό θα ήταν. Ο ίδιος με δυσκολία σηκωνόταν, ειδικά από τότε που άρχισε να συγκατοικεί με τη Ζωή. Πάντα του άρεσε το χουχούλιασμα κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Τώρα μάλιστα, που ήταν φουλ ερωτευμένος, πίστευε πως θα μπορούσε να περνάει όλη τη μέρα στο κρεβάτι, με τη Ζωή δίπλα του, εννοείται. Και νόμιζε πως ποτέ δεν θα έπαυε να του αρέσει ο ύπνος…
Πλησίασε χαμογελαστός το τραπέζι και πήρε την παραγγελία τους. Αυτό βέβαια ήταν εντελώς τυπικό γιατί είχε μάθει πια τι έπαιρνε ο καθένας. Μέτριο με καϊμάκι ο ένας, γλυκύ βραστό ο άλλος. Κατά βάθος ένιωθε μια συμπάθεια και ίσως και μια κάποια συμπόνοια για τους δύο ηλικιωμένους, που ήταν τόσο συνεπείς στο πρωινό ραντεβού τους. Κάθε μέρα του άφηναν το ίδιο γενναιόδωρο πουρμπουάρ. Και παρά τα χρόνια τους ήταν πάντα καλοδιάθετοι…Η τρεμουλιαστή φωνή του ενός μάλιστα, του θύμιζε κάπως τη φωνή του παππού του που είχε πεθάνει πρόσφατα…
Σε κανένα μισάωρο κατέφθασε μια άγνωστη παρέα. Ο Βασίλης ετοίμασε τις παραγγελίες τους και χαμογελαστός πάντα, πέρασε φορτωμένος με το γεμάτο δίσκο δίπλα από τους δύο ηλικιωμένους. Κι επειδή ήταν περίεργος να μάθει τι άραγε συζητούσαν, κοντοστάθηκε κάνοντας πως τακτοποιεί τα ποτήρια μέσα στο δίσκο.
‘Απόψε κοιμήθηκα με δυο’, είπε ο γλυκύς βραστός. Ο Βασίλης κοκκάλωσε.
‘Τι λες! Εγώ μόνο με μια’, είπε ο μέτριος με στόμφο.
‘Η δικιά σου όμως είναι χοντρή’, είπε ο γλυκύς βραστός. ‘Ενώ οι δικιές μου λεπτές!’
‘Εγώ προτιμώ τις χοντρές. Είναι πιο θερμές.’
‘Εγώ πάλι δεν τις αλλάζω τις λεπτές. Μια φορά που κοιμήθηκα με χοντρή κόντεψα να πάθω ασφυξία.’
‘Δε θα κοιμήθηκες με καλή χοντρή. Η χοντρή πρέπει να είναι αφράτη. Να μη σε πλακώνει με το βάρος της.’
Ο Βασίλης ένιωσε ναυτία. Αυτοί οι δυο ήταν οι δυο καλοσυνάτοι παππούληδες που συμπαθούσε; Αυτοί ήταν δυο γεροσάτυροι. Γύρισε και κοίταξε τις φαλάκρες τους που γυαλίζανε καθώς τις χάιδευε ο χειμωνιάτικος πρωινός ήλιος. ΑΗΔΙΑ. Για να δικαιολογήσει την ταραχή του και την αργοπορία του συνέχισε να τακτοποιεί τα ποτήρια μέσα στο δίσκο.
‘Απόψε όμως θα το γυρίσει σε χιονιά. Λέω να ρίξω πάπλωμα…Κι εσύ πες στη Μαρίκα να σου κατεβάσει το πάπλωμα’, είπε ο μέτριος.
‘Μπα, εγώ κουβέρτα χοντρή δεν μπορώ να ανεχτώ και θα αντέξω πάπλωμα; Το πολύ-πολύ να ρίξω άλλη μια λεπτή κουβερτούλα άμα κρυώσω…’, είπε ο γλυκύς βραστός.
Ο Βασίλης πήρε βαθιά ανάσα και απομακρύνθηκε ανακουφισμένος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *