ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΛΙΜΝΗ της ΛΙΑΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ

Ξεκίνησα την ώρα που το φως της νύχτας νικούσε τη μέρα … διεκδικούσε το θρόνο του … κι ετοίμαζε το σκηνικό μου … δεν το είχα σχεδιάσει … ούτε το είχα φανταστεί … έτσι απλά ξεκίνησα, ξέροντας ότι είχε έρθει η ώρα … έκλεισα αθόρυβα την πόρτα πίσω μου … χωρίς να γυρίσω τη ματιά … βγήκα στο δρόμο με βήματα αργά μα σταθερά … με οδηγούσαν βαριά στην αρχή … μετά έγιναν πιο ανάλαφρα, καθώς άδειαζα τις έννοιες μου-όχι με ευκολία … λατρεμένο ήταν το βάρος τους, αλλά έπρεπε να τις αποχωριστώ …
τις άφησα, προσεκτικά, σε μέρος που να μπορώ να τις βρω πάλι … ασφαλισμένες … αποχωρίστηκα ένα κομμάτι του πήλινου εαυτού μου … προχωρούσα αποφασισμένη να μάθω τι με καλούσε …

μετά άφησα ελεύθερες τις σκέψεις μου … τα δελφίνια που τάιζα με ψιχουλάκια ζωής … που με συντρόφευαν στα ταξίδια μου χωρίς ανταλλάγματα … τις άφησα ελεύθερες να φύγουν … θα τις έβρισκα ξανά μετά … δεν υπάρχω χωρίς αυτές … περπατούσα ακούραστα … χωρίς να σταματάω … χωρίς να σκέφτομαι … χωρίς να κοιτάω γύρω μου … μόνο μέσα μου … έπρεπε να αδειάσω … και βήμα βήμα άδειαζα … και γέμιζα με σιγουριά καθώς πλησίαζα …

δεν ξέρω πόσος χρόνος χρειάστηκε … είχε ήδη νυχτώσει όταν έφτασα … το μέρος ιδανικό … τη στιγμή θα την έφτιαχνα εγώ … μοναχική λίμνη … άδεια σκηνή …

αυτή η σκηνή ήταν δική μου …

αφουγκράστηκα ό,τι είχα μέσα μου … δεν ήταν θυμωμένο … εδώ και μέρες είχε καταλαγιάσει … περίμενε απλά να έρθει η ώρα … ήθελε να βγει, αλλά όχι μπροστά σε κόσμο … να βγει μόνο του και χωρίς βιασύνη, πρώτα σε μένα … δεν καταλάβαινα ακόμα καλά … αλλά ήξερα ότι πάλι θα ρωτούσα γιατί και πώς και αν και μήπως … αυτή τη φορά, όμως, δεν ήθελα απάντηση από κανέναν … μόνο να βγάλω ήθελα … να βγάλω τι; … το μόνο που είχα δικό μου ήταν ένα μπαούλο με θησαυρούς, πολύτιμους για μένα … εφεδρείες για τα δύσκολα … σωσίβια για τις φουρτούνες … οάσεις στην ερημιά μου … όχι, δεν ήταν αυτό … κάτι άλλο ήταν που με καλούσε και δεν θα το έβλεπα πριν έρθει η ώρα … κάτι που έπρεπε ν’ ανακαλύψω μόνη μου … γι αυτό πήγαινα … ήμουν ήρεμη όταν ξεκίνησα … άφησα στο σπίτι ένα σημείωμα … μεταξωτή κλωστή που με έδενε με τον κόσμο μου … έλεγε «θα τα πούμε» … ο μίτος της ζωής μου … σημάδι ότι θα γύριζα πάλι … μόνο που δεν θα ήμουν η ίδια … κι αν άλλαζα … ποιον θα τρόμαζα άραγε; …

έφτασα στη λίμνη μου … πανέμορφη ήταν … ήρεμη … σιωπηλή … σχεδόν μαγική … τέλειο μέρος για μυστικές ιεροτελεστίες … στάθηκα στην όχθη …

ξόρκισα τις φωνές του μυαλού μου …

αφήστε με, τους είπα … να είμαι εδώ, χωρίς δικαιολογία … να νιώθω, χωρίς να σκέφτομαι … να πονάω, χωρίς παρηγοριά … να θέλω χωρίς να εξηγώ … να είμαι διαφορετική, χωρίς απολογία … να ονειρεύομαι, χωρίς να με ξυπνάτε … αφού δεν έχετε τις απαντήσεις που ζητώ … αφήστε με έστω για λίγο … το ξέρω ότι θα με βρείτε μετά … θα σας περιμένω … θα σας καλέσω αν αργήσετε … θα είμαι πάλι εδώ … εγώ για σας κι εσείς για μένα … πιο σοφή … πιο ώριμη …

με άκουσαν και σώπασαν … ήμουν εκεί … χωρίς προσδοκίες … έμεινα για λίγο ακίνητη κοιτάζοντας τον ορίζοντα … βαθιά ανάσα να γεμίσω σιωπή … νερό και ουρανός έμοιαζαν ένα … λίγα αστέρια διαφορά … ο ήχος της μοναξιάς βαρύς … έκανε ψύχρα, όμως δεν κρύωνα … το νερό καθρέφτιζε τις αποφάσεις μου, καμβάς αδούλευτος και με καλούσε … σκοτεινό … γιατί δεν φοβόμουν; … λίγες στιγμές ακόμα ισορροπίας στη δοκό του χρόνου … είχα φτάσει μακριά … πρώτη φορά …

ένιωσα τα ρούχα μου να με βαραίνουν … δεν τα χρειαζόμουν πια … μου τα είχαν διαλέξει άλλοι … άρχισα να τα βγάζω … ένα ένα σαν πέπλα … να τα πετάω στον αέρα …

και να τα βαφτίζω με τα ονόματα των «πρέπει» μου … ανακούφιση … ένιωσα ανάλαφρη, σαν αερικό, μόλις τα αποχωρίστηκα … γέλασα και η λίμνη μου αντιγύρισε το γέλιο με ένα παφλασμό …

δαχτυλίδια νερού οι κύκλοι της ζωής μου …

όμως, πριν την αγκαλιάσω, κάτι ακόμα έμενε να κάνω … κάτι έστεκε ανάμεσά μας … όχι ακριβώς εμπόδιο … δοκιμασία … μόλις κοίταξα κάτω κατάλαβα … στρωμένες μπροστά μου περίμεναν καρτερικά … πέτρες σε όλα τα σχήματα, χρώματα και μεγέθη … πάνω σ’ αυτές έπρεπε να περπατήσω … να τις αφήσω να μου χαϊδέψουν τα πόδια ή να με ματώσουν … και να τις βαφτίσω κι αυτές με τα ονόματα των στιγμών μου …

σαν ταπεινή εξομολόγηση …

να μην ξεχάσω καμιά … όλες ήταν σημαντικές … πήρα ανάσα και ξεκίνησα το ταξίδι …
ήξερα ότι θα πονούσα αλλά δεν δείλιασα … το χρωστούσα στον εαυτό μου … δεν θα με διέκοπτε τίποτα και κανείς … για μία και μόνη φορά διαχειρίστρια του χώρου και του χρόνου μου χωρίς ενοχές … όμως κοντοστάθηκα … αναρωτήθηκα αν ήμουν έτοιμη να δω το παρελθόν … ή μάλλον να το ξαναζήσω … αν διστάσω δεν θα μάθω … η απάντηση εδώ … είμαι εδώ και προχωράω … δεν έχω άλλη επιλογή … δεν θέλω άλλη επιλογή …

ο δρόμος μου είναι η επιλογή μου …

πρώτο βήμα σταθερό … στο πέλμα ένιωσα ξενοιασιά … στιγμές από τα παιδικά μου χρόνια … δεύτερο βήμα μια κρίσιμη απόφαση που χάραξε το μονοπάτι μου … δεν μετάνιωσα ποτέ γι αυτό … στο τρίτο βήμα πόνος … είχα ξεχάσει ποιος με πλήγωσε …
μπορώ να συγχωρήσω … τέταρτο … πέμπτο … εναλλάσσονταν οι αναμνήσεις … χαρά, λύπη, θυμός … ξαφνικά σκόνταψα … έπεσα στα γόνατα … μάτωσα … ήταν μια ύπουλη πέτρα … απ’ αυτές που θέλω να ζωγραφίσω … αλλά μου βγαίνουν σαθρές … προσπάθησα να θυμηθώ … ναι … ήταν μια ύπουλη πέτρα … σάπια πληγή που καυτηρίασα πριν πολλά χρόνια, όταν διάλεξα το τέλος πριν την αρχή πώς γίνεται να την έχω ξεχάσει; … σηκώθηκα και συνέχισα … ευχήθηκα να βρω όλες τις πέτρες μου … συνέχισα … πάτησα βότσαλα από τις παραλίες των ονείρων μου, αυτές που πήγα κι αυτές που δεν έφτασαν ποτέ σε μένα … βούλιαξα σε κινούμενη άμμο … θυμήθηκα να ασφυκτιώ και να προσπαθώ να ξεφύγω γράφοντας τ’ ανείπωτα, δίνοντας ζωή στο τίποτα, κοιτάζοντας με τις ώρες κάτι που για τους άλλους δεν υπήρχε …

στιγμές με το εγώ μου …

άγγιξα πέτρες δροσερές φτιαγμένες από τους αγγέλους της ζωής μου … με διαπέρασε η δροσιά τους μες στη νύχτα … αγάπες μου … πέτρες σταθερές, γερά χτίσματα από όσα έχω καταφέρει … κοντεύω … πέτρες που μου θύμισαν πόσο δυνατή και πόσο αδύναμη υπήρξα … πέτρες ακριβές … πετράδια ανταμοιβές … πέτρες κοφτερές που μπήκαν στη σάρκα για να μου θυμίσουν το τίμημα της ευτυχίας … κοντεύω … λίγο ακόμα … οι πέτρες λιγοστοί φίλοι της καρδιάς … μου είπαν να προχωρήσω … πάτησα πέτρες-ζυγαριές … οδηγούς σε κάθε σταθμό μου … πέτρες-επιλογές … άλλες κράτησα άλλες πέταξα … πέτρες-ορόσημο … είδα αυτά που είμαι πέτρες-φυλακές … που τις έχτισα με φόβο και πάθος … πέτρες-μυστικά … δικά μου … των άλλων … φυλαχτά … και πάνω τους κόντεψα να ξεχάσω τον προορισμό μου … κι όμως έφτασα … το νερό μου έγλειψε τα πόδια … αυτό ήταν;

γύρισα πίσω και είδα το δρόμο μου … γνώριμος, αγαπημένος … δικός μου … και τότε κατάλαβα … πως εγώ η ίδια έστρωσα τις πέτρες κάτω από τα πόδια μου … είδα καθαρά το χέρι μου να διαλέγει μέσα απ’ το σωρό … και να φτιάχνει το μονοπάτι μου … δεν το ήξερα πριν ξεκινήσω … το έμαθα στην πορεία προς τη λίμνη μου … έπρεπε να φτάσω εδώ για να καταλάβω ότι όλα ήταν δικές μου επιλογές … ότι προκάλεσα τα απρόβλεπτα από τον τρόπο που επέλεξα να ζήσω … ότι έζησα ό,τι ακριβώς διάλεξα … όλο το παρελθόν ήταν εκεί … δεν το έκρινα … το έστρωσα … και το έβλεπα εκεί … καθώς πατούσα πάνω στην πέτρα του «τώρα» … και το μέλλον πού είναι; … κοίταξα το χέρι μου και το είδα κι αυτό … και τότε λάτρεψα την κάθε πέτρα … και δεν θα την άλλαζα με τίποτα … έκανα απολογισμό …

ορίζω το χέρι … όχι την πέτρα …

ό,τι αξίζει είναι αυτό που έζησα …

βούτηξα στην μοναχική λίμνη … γυμνή από τεχνητές ενοχές και συμβάσεις … ντυμένη με το κέρδος της αυτογνωσίας … νύχτα διάλεξα για να μη βλέπω τι αφήνω … από καιρό το ήθελα μα δεν το’ ξερα … έψαξα να βρω στα σκοτεινά νερά της τον λόγο … ξαφνικά με κάλεσε … μέσα σε μια στιγμή … απροετοίμαστη με βρήκε … την άκουσα και βρέθηκα κοντά της … μια ανάσα χρειαζόταν … βαθιά … λυτρωτική … και βούτηξα … ήξερα ότι άφηνα τον κόσμο μου στην όχθη της αλλά δεν κοίταξα πίσω … ήξερα ότι άλλαζα αλλά δεν έφταιγα … ήξερα ότι είχα πληγωμένα πόδια μα τα γιάτρευε το νερό … μια … δυο … τρεις απλωτές …

ας μην είχε τέλος …

εκεί στην αγκαλιά της δεν μ’ έκρινε κανείς … έβλεπα μόνο ό,τι μπορούσα να φανταστώ … άκουγα μόνο τη μουσική που γεννιόταν μέσα μου … βάραιναν τα χέρια μα αλάφρωνε η καρδιά… συνέχισα να κολυμπάω … ως πότε; … ως πού; …

συνέχισα … ώσπου ένιωσα το ρεύμα μιας δίνης … γνώριμο το σκίρτημα του διλλήματος … πέταξα άλλη μια πέτρα-απόφαση στην όχθη … τώρα ήξερα … και αφέθηκα … χόρεψα στο ρυθμό της … όσο κρατήσει είπα … στριφογύρισα μαζί της … μέθυσα … γέλασα δυνατά … με άφησε να φύγω … ή την άφησα … και βρήκα άλλη … κι άλλη … οι δίνες ήταν όλα τα μικρά και μεγάλα μου «θέλω» … που είτε χάρηκα, είτε θυσίασα, είτε έπνιξα πριν γίνουν όνειρα, είτε τα πρόβαλα στον ορίζοντά μου και τα έκανα προορισμό … κάποιος μου χάιδεψε τα μαλλιά … οι νεράιδες της λίμνης … τις είδα χαμογελαστές … κι έπαψα να αναρωτιέμαι  … μόνο ευχόμουν … σαν τελειώσει ο χορός … να κρατήσω τη ζάλη για πάντα … έγινα ένα με τη λίμνη μου … υγρό στο υγρό …

ήξερα ότι δεν ήταν θάλασσα αλλά ήπια το νερό της …

Μόνο … μόνο ένα τόσο δα αγκαθάκι είχα στην καρδιά … αυτό που ζούσα … εγώ το έφτιαξα και το οδήγησα εδώ … έλεγχα απόλυτα μια κατάσταση στην οποία επέλεξα να χάσω κάθε έλεγχο … ήξερα πως ήταν όνειρο … αυτό που δεν ήξερα ήταν τι θα μου έμενε σαν ξυπνούσα … ό,τι μου μένει πάντα; … το αγκαθάκι με τσίμπησε στην καρδιά, αλλά πόνεσα στα μάτια … έβαλα το χέρι πάνω τους και τα βρήκα δακρυσμένα … για ποιο λόγο έκλαιγα; … για όσα έζησα ενώ δεν ήθελα; … όχι, συμφιλιώθηκα μ’ αυτά … για όσα ήθελα αλλά δεν έζησα; … αναπληρώθηκαν … για όσα θέλω αλλά δεν θα ζήσω; … θα βάλω στον άλλο ζυγό τα όσα θα ζήσω … τότε γιατί; … πάλι ρωτούσα ξεχνώντας πως δεν θα μου απαντήσει κανείς …

μήπως τελικά δεν είχε σημασία τι έκανε το δάκρυ να κυλήσει …

αλλά το τι θα κάνει το δάκρυ … αφού κυλήσει;

Αυτό ήταν! … με είχε βρει ο τρόπος να κάνω τη λίμνη μου θάλασσα … απέραντη … αιώνια … καθώς κυλούσαν τα δάκρυά μου … ξέπλεναν τα γιατί, τα πώς, τα αν, τα μήπως μου, τα ξεθώριαζαν … έσκιζαν την όχθη και άνοιγαν ποτάμια … έδιωχναν τη υγρή σκοτεινιά … έδιωχναν το μαύρο απ’ τον ουρανό … γέμιζαν αρμύρα το νερό και τον αέρα … έβαφαν διάφανο το νερό … κι εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω αν έπλεα, αν βούλιαζα αν χόρευα ή αν πετούσα … σκεφτόμουν μόνο πως …

έβαλα τη ζωή μου στοίχημα με τη λίμνη μου …

και κέρδισα …

Ξύπνησα γεμάτη … χορτασμένη … πρώτα ένιωσα και μετά είδα … γνώριμα όλα γύρω μου … άγγιξα τις πέτρες μου … φίλησα τους αγγέλους μου … χαμογέλασα στις πληγές μου … δεν φοβάμαι πια … δεν αναρωτιέμαι … ξέρω … έχω τη θάλασσά μου τώρα … εγώ την έφτιαξα … στα μέτρα μου …

Για να με μάθει να πλέω στους ωκεανούς …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *