ΜΙΚΡΟΙ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΙ ΜΕΡΟΣ 4ο

του Πέτρου Ευαγγελόπουλου* συγγραφέα του μυθιστορήματος «Παράξενα πλάσματα»

ΜΙΚΡΟΙ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΙ – ΜΕΡΟΣ 4ο

[Ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει εδώ το προηγούμενο μέρος του άρθρου.]

Όμως ας ολοκληρώσουμε την περιήγησή μας στο ανείπωτα μικρό, μελετώντας ένα άλλο, εκπληκτικό νανο-διήγημα. Η Dorothy Parker (1893-1967) ήταν Αμερικανίδα συγγραφέας, ποιήτρια, κριτικός, φεμινίστρια και σοσιαλίστρια, με φιλελεύθερες απόψεις και ταραχώδη ζωή. Η σατιρική της ικανότητα έκρυβε ικανοποιητικά τη σοβαρή κατάθλιψη από την οποία έπασχε και τις απόπειρες αυτοκτονίας. Έχει αποτυπώσει με επιτυχία κάποιες από τις κοινωνικές ιδιορρυθμίες του 20ού αιώνα σε διάφορα κείμενά της. Στο διήγημά της “A Telephone Call” (2.373 λέξεις) περιγράφει την ψυχική κατάσταση μιας κοπέλας που περιμένει -μάταια- δίπλα στο τηλέφωνο να την καλέσει ο σύντροφός της. Αν και θεωρείται από πολλούς ένα ενδιαφέρον κείμενο, ωστόσο έχει γράψει κάτι άλλο, κατά τη γνώμη μου πολύ ανώτερο: Τίτλος του: «Αναμονή»:

«Όταν το τηλέφωνο δε χτύπησε, ήξερα πως ήσουν εσύ».

Μέσα σε ελάχιστες λέξεις δημιουργεί μια ατμόσφαιρα τρομερής αναμονής. Αιώνιας… Δίχως τέλος, πιθανόν και δίχως αρχή… Όχι φυσικά επειδή το κουδούνισμα τελικά δεν ακούστηκε -θα είχαμε τότε την τυπική περίπτωση μιας ερωτευμένης γυναίκας που περιμένει εναγωνίως να μιλήσει με τον αγαπημένο της-, αλλά επειδή τούτα τα λεπτά, ή ίσως ώρες, σιγής μέσα στο δωμάτιο, πλάι στη συσκευή του τηλεφώνου, μοιάζουν να διαστέλλονται ως το άπειρο. Αυτό το καταφέρνει η συγγραφέας με τα πλέον λιτά μέσα: με ένα «δεν» στην πρώτη πρόταση και με ένα «ήξερα» στην τελευταία. Διότι στον φυσιολογικό τρόπο γραφής θα περιμέναμε είτε κάτι σαν το: «Όταν επί ώρα δε χτύπησε το τηλέφωνο, κατάλαβα πως με είχες ξεχάσει» είτε το: «Όταν το τηλέφωνο χτύπησε, ήξερα πως ήσουν εσύ». Εδώ όμως συμβαίνει κάτι πολύ διαφορετικό: Το πρώτο άκρο της μίας εκδοχής περιστρέφεται (με την αφαίρεση του «επί ώρα») και συγκολλάται στο δεύτερο άκρο της άλλης.

Ας κάνουμε στο σημείο αυτό μια χρήσιμη παρένθεση από τον κόσμο των Μαθηματικών. Ο Γερμανός μαθηματικός August Möbius δημιούργησε το 1858 ένα είδος γεωμετρικού σχήματος, που σε κάποιες μορφές του είναι αδύνατον να απεικονιστεί στον Ευκλείδιο χώρο. Η «Λωρίδα του Möbius», σε αντίθεση με ό,τι γνωρίζουμε εκ πείρας, έχει μόνο μία πλευρά. Η πιο απλή εκδοχή της μπορεί να υλοποιηθεί αν πάρουμε ένα ορθογώνιο κομμάτι χαρτί, περιστρέψουμε το ένα άκρο του και το ενώσουμε στο άλλο. Μια κωμική -αλλά και ανατριχιαστική- απεικόνιση σε κάποια παλιότερα βιβλία μαθηματικών,

[“Möbius Strip II”, ξυλόγλυπτο του M. C. Escher]

έδειχνε τη Λωρίδα και μια σειρά από μυρμήγκια που περπατούν πάνω της. Τα μυρμήγκια δεν πρόκειται ποτέ να βρουν κάποια έξοδο, αλλά θα επανέρχονται αμέτρητες φορές στην αρχή, έχοντας διασχίσει ΚΑΙ τις δύο πλευρές, που είναι ωστόσο μία, αυτού του αλλόκοτου σχήματος…

(«Είπε το μυρμήγκι: Ολοένα γυρνάμε από εδώ και από εκεί / και το μόνο που έχουμε βρει / είναι πως η άλλη πλευρά δεν είναι εκεί».)

Ας μη χαμογελάσει κανείς επειδή μιλάμε για μυρμήγκια. Τα πραγματικά μυρμήγκια δεν είναι διόλου χαζά. Δεν αναζητούν ούτε συνηθίζουν να εισχωρούν σε παράξενα αδιέξοδα. Σε τέτοιου είδους καταστάσεις μπλέκουν συνήθως μόνον οι άνθρωποι…

Υπάρχει μια ολόκληρη κινηματογραφική ταινία (“Möbius”) του 2013 με αυτή την αρχιτεκτονική στην πλοκή της. Πρωταγωνιστές, οι πολύ καλοί ηθοποιοί Jean Dujardin, Cécile de France και Tim Roth. Μια χαρακτηριστική φράση της ταινίας: “You think people are working for you but actually you are working for them.” («Νομίζεις ότι οι άλλοι δουλεύουν για σένα, όμως στην πραγματικότητα δουλεύεις εσύ για αυτούς».) Το σενάριό της στηρίζεται στην ανατροπή του ίδιου του σεναρίου, και τελικά και των απλών κανόνων της λογικής. Κι όμως εμείς παρ’ όλα αυτά επιμένουμε να ερμηνεύσουμε την ιστορία με τους απλούς κανόνες της λογικής… Όταν φτάσουμε στο τέλος της, και επειδή το τέλος κάθε ταινίας με ανατροπές εξηγεί την αρχή, πηγαίνουμε στην αρχή με τις νέες γνώσεις που αποκτήσαμε, όμως η αρχή μοιάζει να μην είναι αρχή αλλά τέλος. Διότι είναι περιεστραμμένη… Αυτό μας τρομάζει, επειδή η ανθρώπινη λογική απαιτεί δύο πλευρές σε ένα επίπεδο σχήμα. Και όχι μία, η οποία είναι δύο. Ξανά πηγαίνουμε στο τέλος και από εκεί στην αρχή και από εκεί στο τέλος… Σαν ένα γεωμετρικό σχήμα από κάποιο Möbius-τύπου σύμπαν, το οποίο αγωνιζόμαστε να το τεντώσουμε, να το ισιώσουμε, προκειμένου τελικά να το απεικονίσουμε στον αυστηρό μα τόσο οικείο στο μυαλό μας Ευκλείδειο χώρο. Όμοια δηλαδή και με το, σχεδόν υπεράνθρωπο, αδιέξοδο που διαπραγματεύεται στον ελάχιστο χώρο του το προηγούμενο διήγημα της Dorothy Parker. Ακολουθείστε παρακαλώ τον συλλογισμό του δικού μου «μυρμηγκιού», που ωστόσο και αυτός δε βγάζει πουθενά:

Οποιαδήποτε μυθιστορηματική πλοκή, είτε εκτενής είτε σύντομη, τοποθετείται σε ένα διάστημα χρόνου και περιέχει ένα ή περισσότερα γεγονότα. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ξαφνικά στην ιστορία μας, σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, συναντούμε ένα γεγονός. Τότε αναμένουμε να διαβάσουμε κάπου στη συνέχεια ποιο είναι το αποτέλεσμά του. Σε τούτη δω την ιστορία όμως συμβαίνει κάτι πολύ διαφορετικό: Η άρνηση στην πρώτη πρόταση («δε χτύπησε»), είναι ένα ΜΗ-γεγονός. Βέβαια, πρόκειται για κάτι απόλυτα φυσιολογικό σε μια ιστορία, το να πούμε ότι μια πράξη τελικά δε συνέβη. Ωστόσο σκεφτείτε πιο προσεκτικά: Σε τέτοιες περιπτώσεις είτε θα υπάρχει ένα πρότερο γεγονός, στο οποίο δεν επακολουθεί αντίδραση (π.χ.: «Τον ρώτησε, αλλά εκείνος δεν απάντησε»), είτε θα υπάρχει ένα ολόκληρο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ένα γεγονός ποτέ δε συνέβη (π.χ.: «Περίμενα είκοσι λεπτά, όμως κανείς δεν ήρθε»).

Στο διήγημα της Parker ωστόσο: Αφενός, το μη-γεγονός «συμβαίνει» ήδη στο ξεκίνημα της ιστορίας – οπότε δεν έχουμε πρότερο γεγονός στο οποίο αυτό να έρχεται ως επακόλουθο. Αφετέρου, «συμβαίνει» (ελπίζω ότι κατανοήσατε γιατί μπαίνουν τα εισαγωγικά) σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή! «Όταν δε χτύπησε το τηλέφωνο…». Το «όταν» πάντα, εξ ορισμού, αναφέρεται σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Όμως σε ποια από τα άπειρα σημεία της δίχως όρια ευθείας του παγκόσμιου χρόνου είναι πιθανόν να αντιστοιχεί τούτο το συγκεκριμένο «όταν»; Μήπως σε όλα; (Φυσικά, από την εγκατάσταση του τηλεφώνου στα αστικά αμερικάνικα σπίτια και μετά…) Αυτή η εξωφρενική διατύπωση οδηγεί τη σκέψη μας, που προσπαθεί αυτόματα να μετατρέψει σε «Ευκλείδεια» όλα τα «σχήματα», στην κατάτμηση του μυθιστορηματικού χρόνου σε απειράριθμα λεπτότατα τμήματα και μέσα σε αυτά να τοποθετήσει -κάπως πιο λογικά πλέον- τη συνθήκη: «Όταν δε χτύπησε…». Είναι λάθος κάτι τέτοιο; Μήπως κάπως έτσι δε θα ενεργούσε και η γεμάτη προσμονή πρωταγωνίστρια αυτής της ιστορίας; Δε θα τεμάχιζε τον προσωπικό χρόνο της αναμονής της σε χιλιάδες αγωνιώδη δευτερόλεπτα;

Αφού το κάναμε λοιπόν αυτό και νιώθουμε πολύ εντάξει με τον εαυτό μας, προχωρούμε στην επόμενη πρόταση του διηγήματος, η οποία ίσως μας προσφέρει ένα μονοπάτι με λιγότερα αγκάθια. Όμως εκεί συναντούμε ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα: «ήξερα πως ήσουν εσύ». Ωστόσο, κάθε συμπέρασμα, ή αποτέλεσμα, θετικής μορφής -όπως το «ήξερα» (ποιος είναι στην άλλη άκρη του τηλεφώνου)- απαιτεί κάτι που έχει συμβεί. Η συγγραφέας εντούτοις κατέληξε σε ένα θετικό συμπέρασμα που δεν αντιστοιχεί σε τίποτε… Χωρίς να έχουμε λοιπόν επιτύχει το παραμικρό, εκτός του ότι έχουμε φορτωθεί δύο ασήκωτα λογικά βάρη μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα ανάγνωσης, και επειδή επιθυμούμε να μάθουμε τι προκάλεσε τέλος πάντων ένα τέτοιο παράδοξο συμπέρασμα, επιστρέφουμε και πάλι στην πρώτη πρόταση και στο επόμενο απειροελάχιστο τμήμα χρόνου. Επειδή ίσως συνέβη όντως κάτι ακριβώς σε κείνο το επόμενο τμήμα – παρόλο που ήδη, εξαρχής, γνωρίζουμε πως σε κάθε dt φέτα χρόνου θα ανακαλύπτουμε ξανά και ξανά ένα μη-γεγονός. Θα συναντούμε κάθε φορά το τρομερό για την πανανθρώπινη λογική απόλυτο κενό…

Και πάλι στο σημείο αυτό μία παρένθεση, από διαφορετικό είδος τέχνης τούτη τη φορά. Στο μεγαλοφυές και πολύπλοκο έργο του Μπαχ «Μουσική προσφορά» (“Das Musikalische Opfer”) συναντούμε μια σύντομη, αινιγματική μελωδία. Πρόκειται για έναν «καρκινικό κανόνα», όπως λέγεται στη μουσική ορολογία, επειδή μπορεί να παιχτεί από την αρχή προς το τέλος αλλά και από το τέλος προς την αρχή. Μπορεί επίσης να παιχτεί ταυτόχρονα από δύο μουσικούς (ή φωνές ή χέρια) με αντιστικτική μορφή, οι οποίοι θα ξεκινούν ο ένας από την αρχή και ο άλλος από το τέλος, θα διασταυρώνονται πάνω στο πεντάγραμμο, θα φτάνουν στα άκρα της μελωδίας και ύστερα θα παλινδρομούν, σε μία ατέρμονη επανάληψη και διασταύρωση, που ωστόσο δε μοιάζει ούτε με επανάληψη ούτε με διασταύρωση αλλά με ένα ενιαίο συμπαγές σώμα, το οποίο δεν προκαλεί κόπωση ή μονοτονία, καθώς δεν διαθέτει προεξέχουσες ακμές ή επαναλήψεις. Ένας άπειρος όγκος, που δε φαίνεται να ξεκινά από κάπου ή κάπου πιθανόν να τελειώνει… Ιδιοφυές; Παρανοϊκό; Κάποιοι σύγχρονοι μελετητές συσχέτισαν τούτη τη μουσική λωρίδα (επειδή ένα μοναχικό πεντάγραμμο μοιάζει όντως με λωρίδα) με εκείνη του Möbius.

(https://www.youtube.com/watch?v=xUHQ2ybTejU)

Μαθηματικά και Μουσική λοιπόν στο ίδιο πιάτο. Μαθηματικά και Λογοτεχνία. Λογοτεχνία και όλες οι Τέχνες, μαζί κι οι Επιστήμες. Το Άπειρο κρυμμένο μέσα στο απείρως μικρό. Όλα εδώ. Μπροστά μας. Αόρατα, κι όμως παρόντα εκεί, πριν ακόμη θαρρείς τα δημιουργήσουν οι ίδιοι οι δημιουργοί τους. Πολύπλοκα – και για πάντα ασύλληπτα στη δύστυχη λογική μας, που επιθυμεί να κλείσει στα μικρά χεράκια της το Ακατανόητο.

Ο Maurits Cornelis Escher (1898-1972), ο καλλιτέχνης που δημιούργησε την απεικόνιση της Λωρίδας του Möbius με τα μυρμήγκια πάνω της, σχεδίασε το 1960 και ένα άλλο πασίγνωστο έργο: το «Ανεβαίνοντας και Κατεβαίνοντας» (“Ascending and Descending”), όπου δύο γραμμές ανθρώπων, ομοιόμορφα ντυμένων, κινούνται αντίστροφα μεταξύ τους και διασταυρώνονται διαρκώς, καθώς οι πρώτοι συνεχώς ανεβαίνουν ενώ οι άλλοι συνεχώς κατεβαίνουν σκάλες σε έναν άπειρο βρόχο, στην κορυφή ενός απειλητικού οικοδομήματος, το οποίο είναι αδύνατο να κατασκευαστεί, αλλά μόνο να σχεδιαστεί. Και παραμένουν εγκλωβισμένες για πάντα οι βλοσυρές τούτες μεσαιωνικές μορφές στον μικρόκοσμό τους, στο παράξενο τελετουργικό τους, προσηλωμένες στη διάνυση του εφιαλτικού βρόχου, από τον οποίο δεν είναι εφικτή καμία απόδραση, ούτε καν σε θεωρητικό επίπεδο…

Και εμείς λοιπόν, σαν τους δύο μουσικούς που εκτελούν με ανάποδη μεταξύ τους φορά και των οποίων διασταυρώνονται ακατάπαυστα οι πορείες πάνω στον Καρκινικό Κανόνα του Μπαχ∙ σαν τα μέλη της «άγνωστης σέκτας» που ανεβοκατεβαίνουν τις παράδοξες σκάλες στον πύργο του Escher∙ όμοιοι με τα φτωχά μυρμήγκια που ψάχνουν μα ποτέ δε βρίσκουν την άλλη πλευρά στη Λωρίδα του Möbius∙ έτσι κι εμείς, περπατούμε πάνω στη σύντομη φράση της Dorothy Parker, με δύο διαχωρισμένα μυαλά, που διασταυρώνονται μεταξύ τους καθώς διασχίζουν με ανάποδη μεταξύ τους φορά -εις αιώνας των αιώνων- τούτο το καταχθόνιο κατασκεύασμα. Και καθώς η μία εκ των δύο προτάσεων ακυρώνει ό,τι έχει πει η άλλη και ταυτόχρονα την απαιτεί, εμείς επανερχόμαστε από τη δεύτερη στην πρώτη, και αντίστροφα από την πρώτη στη δεύτερη, ξανά και ξανά, αμέτρητες φορές, έως πλήρους νοητικής κατάρρευσης, όπως και στην προαναφερθείσα γαλλική κατασκοπευτική ταινία, όπου κανείς δεν κατάλαβε -αν και κάποιοι ισχυρίστηκαν πως ναι-, διότι πολύ απλά η ανθρώπινη λογική μας ψάχνει μία Ευκλείδεια πορεία, η οποία δυστυχώς δεν ανευρίσκεται σε τούτο το συνεστραμμένο (ή μήπως διεστραμμένο;) σύμπαν. Έτσι, επανερχόμαστε δίχως άλλη επιλογή, δίχως άλλη «πλευρά στη Λωρίδα», για τρισεκατομμυριοστή φορά πλάι στο σιωπηλό τηλέφωνο, πλάι στην ανύπαρκτη κοπέλα (διότι ποιος μας είπε ότι υπάρχει κάπου κάποια κοπέλα; Σε ποιο σημείο του κειμένου το γράφει;), σε έναν μυθιστορηματικό χρόνο που ποτέ δεν ολοκληρώνεται, όχι επειδή έχει ακινητοποιηθεί, αλλά εξαιτίας ενός άλλου, πολύ πιο ασυνήθιστου φαινομένου, και παραμένουμε εκεί, κοιτάζοντας επάνω από την άβυσσο, η οποία δεν είναι καταχθόνια επειδή συμπάσχουμε για την έλλειψη αγάπης που βιώνει η οποιαδήποτε ερωτοχτυπημένη ύπαρξη, και άλλα τέτοια συνήθη προβλήματα των ανθρώπων, αλλά επειδή το πνεύμα μας συνθλίβεται και κατακαίεται, εγκλωβισμένο σε τούτη την άναρχη και ατελεύτητη πορεία, από την οποία δεν έχει προβλεφθεί καμία έξοδος.

Εκτός…

Εκτός κι αν η Dorothy Parker, όπως κι ο Augusto Monterroso, ο δημιουργός του «Δεινόσαυρου», ο Alejandro Jodorowsky και άλλοι πολλοί σπουδαίοι συγγραφείς, δεν ήταν στ’ αλήθεια τόσο μεγαλειώδεις και βαθυστόχαστοι όσο νομίζουμε∙ όσο βαθυστόχαστοι και μεγαλειώδεις είναι τελικά οι εκατοντάδες χιλιάδες πιστοί αναγνώστες τους, οι οποίοι ΑΥΤΟΙ αποτελούν στην πραγματικότητα τα μεγάλα μυαλά της λογοτεχνίας (αδύνατο;), ΑΥΤΟΙ τους εξαίρετους δημιουργούς, και πίσω από τα μικρά σαν βακτήρια κατασκευάσματα των υποτίθεται μεγάλων συγγραφέων δεν κρύβεται, δεν κρυβόταν ποτέ καμιά ιδιαίτερη φιλοσοφία, οποιαδήποτε συναρπαστική ιστορία, παρά ήταν το καθένα τους μονάχα μια σύντομη φράση που γράφτηκε τυχαία, χωρίς πολύπλοκη σκέψη, να, just because, εξαιτίας μιας παρόρμησης της στιγμής, και από τότε αιωρούνται για όλους τους επόμενους αιώνες, σαν κάτι παγωμένους βράχους του διαστήματος, σε κάποιο μακρινό, μοναχικό τεταρτημόριο του συγγραφικού διαστρικού κενού, προς ακόρεστη τέρψη -και βασανισμό- όλων των εξερευνητών που θα τα προσεγγίσουν:

«Όταν δε χτύπησε το τηλέφωνο…»

* * *

Σε αυτό το σημείο κανονικά ολοκληρώνεται το άρθρο «Μικροί Δεινόσαυροι», που μελετά τα μικρότερα των μικροτέρων κειμένων. Όμως έπειτα από τη -δίκαιη- εξύμνηση των επιτευγμάτων άλλων συγγραφέων νομίζω πως δικαιούμαι να καταθέσω κι εγώ τη δική μου ελάχιστη συνεισφορά (μια «νανο-συνεισφορά»;) στο πολύ ενδιαφέρον αυτό λογοτεχνικό είδος. Ας σημειωθεί ότι το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μια πλήρη ιστορία. Και οι λέξεις της μπορεί να διαθέτουν πολλαπλές ερμηνείες: Το «πρωί» ίσως δεν είναι πρωί∙ το «βράδυ», το γνωστό σε όλους μας βράδυ. Πρόκειται για μια εφικτή στην πραγματικότητα, κι όμως το πιθανότερο μεταφυσική -και ανατριχιαστική- ιστορία, η οποία περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που εντοπίστηκαν στα προηγούμενα μικροσκοπικά κείμενα: Έχει παρελθόν, παρόν, μέλλον. Έχει δράση, συναισθήματα. Έχει ξεκίνημα, κορύφωση, ανατροπή, ένα τέλος. Ένα τέλος… Ναι, πράγματι: Να ένας πολύ ενδιαφέρων τίτλος! Διαβάστε λοιπόν τώρα, στο τέλος όλων των λόγων,

[ΤΕΛΟΣ ΑΡΘΡΟΥ]

[Πηγές εικόνων:

Φωτογραφία της Dorothy Parker:

http://thehistorychicks.com/tag/dorothy-parker/

*Ακολουθήστε τον Πέτρο Ευαγγελόπουλο στο facebook