ΜΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ της ΜΑΡΙΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

Το παιδί ατένισε την κίτρινη πεταλούδα στο περβάζι γεμάτο θαυμασμό και περιέργεια. Ίσως να ήθελε να πετάει κι αυτό, να εξερευνά τον κόσμο βλέποντας τόσα και τόσα πράγματα μακριά απ’ αυτή τη γειτονιά και την ασχήμια των γύρω του. Σίγουρα θα το ήθελε. Αλλά προς το παρόν έπρεπε να αρκεστεί στην παρέα των φίλων του, τα δύο αδέλφια του και τους αμελείς γονείς που μόνο δούλευαν. Έκανε να την πιάσει και του ξέφυγε, όπως ήταν φυσικό, για να ξεκουραστεί στις μαργαρίτες απέναντι. Ο αγώνας άνισος τον έκανε να χάσει το ενδιαφέρον του. Έμεινε να χαζεύει δεξιά κι αριστερά μες στο απομεσήμερο με τον ήλιο χλωμό, άνοιξη καιρό και το αεράκι να φυσάει. Δίπλα του ο σκύλος μισοκοιμόταν τεμπέλικα. Ο ίδιος πεινούσε. Αν και είχε γυρίσει από το σχολείο εδώ και ώρα, δε βρήκε φαγητό έτοιμο και ψευτοπέρασε. Την ανία του διέκοψε το γειτονόπουλο για να παίξουν φυσοκάλαμα. Το παιχνίδι όμως τούς διέσπασε την προσοχή και ένα φορτηγάκι, που μπήκε άτσαλα στο στενό, χτύπησε τον μικρό και τον έριξε κάτω τραυματίζοντάς τον ελαφρά. Τρομαγμένος από το σοκ, έτρεξε με κλάματα στο σπίτι, που ξύπνησαν τη μάνα και τον πατέρα, οι οποίοι έπαιρναν το μεσημεριανό τους ύπνο σκοτωμένοι από τη δουλειά στο εργοστάσιο. Λίγο έλειψε να τον δείρουν που τους ενόχλησε από την ξεκούραση, όμως τι μπορούσε να γίνει; Σκουπίστηκε όπως όπως το αίμα από το γδάρσιμο, είπαν να βάλουν και πάγο στους μώλωπες και τον παράτησαν στο δωμάτιό του. Ο άλλος φιλοτιμήθηκε να του κρατήσει παρέα αν και απρόθυμα-έτοιμος ήταν να φύγει. Τι να παίξουν; Μονόπολη; Ας είναι. «Τ’ αδέρφια σου δεν είναι εδώ;» «Πήγαν κάπου, δεν ξέρω.» Παράλληλα έπαιζαν και μοίραζαν χρήματα και κάρτες. «Μακάρι να ‘μασταν πλούσιοι, να φεύγαμε απ’ αυτήν τη γειτονιά. Θα ΄βλεπα περισσότερο τη μαμά μου.» Συμφώνησε κι ο φίλος: τα ίδια αντιμετώπιζε. Μες στις λάσπες και τα χαμόσπιτα από το πρωί ως το βράδυ. Και το χειρότερο, παραμελημένοι. Τι έμενε; Η αγάπη της αδερφής του που ήταν αμοιβαία, τα παιδικά όνειρα κι η πολλή φαντασία που τον ταξίδευε και τον διέσωνε ευτυχώς από τις μπόρες. Πολλές φορές φανταζόταν τον εαυτό του, όπως κοιτούσε τον ουρανό, να ΄ναι ξαπλωμένος πάνω στα σύννεφα τα μπαμπακερά, που ζωγράφιζαν τόσα σχέδια και παίζαν με το γαλάζιο εδώ κι ΄κει. Πότε μοιάζαν με ανθρώπους και πότε με ζώα. Πότε έβλεπε μια τεράστια τσαγιέρα, απ’ αυτήν να πίνουν τσάι καυτό ή μια κούπα ή ένα τριφύλλι που φέρνει τύχη, όπως λένε οι μεγάλοι. Σ’ αυτό το χαλί απάνω θ’ αγνάντευε το σπίτι του με το μικρόκοσμό του να ΄ναι πιο όμορφο και πιο αγαπημένο και την οικογένειά του να χαίρεται κάτω ευτυχισμένη. Έπειτα, τα σύννεφα κινούνται όπως κινείται ως γνωστό και η γη και το φεγγάρι και σε πάνε όπου θες. Ή πάλι, όταν ο ουρανός ήταν καθαρός, χάζευε με τις ώρες τ’ αστέρια που τον θάμπωναν με τη μαγεία τους. Γιατί εκείνα έλαμπαν και φώτιζαν, άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο, τη σκοτεινιά στη ζωή του με τρόπο παρήγορο και ενθαρρυντικό. Και τον απογείωναν από τη μιζέρια και την πεζότητα που τον κύκλωνε χωρίς να του ζητάνε τίποτε γι’ αντάλλαγμα. Μάλλον γι’ αυτό τα είχε φτιάξει ο καλός Θεός, σκεφτόταν. Και καμιά φορά, καμιά φορά κάποιο απ’ αυτά έπεφτε δίνοντάς του τη δυνατότητα να κάνει μια ευχή. Κι η ευχή κάποτε έβγαινε και τον έκανε τόσο χαρούμενο. Αλλά όλα αυτά τα κρατούσε για τον εαυτό του – ήταν ο μυστικός κόσμος του. Ένας κόσμος ωραιότερος, λαμπρότερος, μοναδικός. Κι ονειρευόταν, όταν μεγάλωνε, να διόρθωνε ότι μπορούσε απ’ αυτά που δεν του άρεζαν. Μα το παιχνίδι απαιτούσε περισσότερη αυτοσυγκέντρωση, τουλάχιστον αν ήταν να νικήσει. Και γιατί να νικήσει; Ας έχανε. Γιατί πρέπει σώνει και καλά να κερδίσεις; Και το καθετί έχει ένα τίμημα, όπως έχασαν την επαφή οι γονείς του μ’ αυτόν και τ’ αδέρφια του. Απότομα σταμάτησε την ονειροπόληση για να τελειώσει την παρτίδα και να το διαλύσουνε ώστε να μείνει καλύτερα μόνος του. Μόνος όπως πάντα· έτσι ένιωθε άλλωστε. Αύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *