ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΚΟΥΝΤΕΝΟΥΔΗ

«Ο άνθρωπος είναι πάντοτε αφηγητής ιστοριών, ζει περιτριγυρισμένος από τις δικές του ιστορίες και τις ιστορίες άλλων ανθρώπων, βλέπει όλα όσα του συμβαίνουν με όρους αυτών των ιστοριών και προσπαθεί να ζήσει τη ζωή του σαν να την αφηγούνταν.» Jean-Paul Sartre

Το τραίνο σφύριζε με κείνη την μπάσα εκτόνωση του ατμού και ο μαύρος καπνός που έβγαινε από το φουγάρο υψώνονταν, άπλωνε αργά σεντόνι στο γαλανό ουρανό. Τα μέταλλα έτριξαν και ο κόσμος του ή αλλιώς ο κόσμος των φτωχών έμενε πίσω … μαζί με τα χρόνια της αθωότητας. Αναχώρηση. Άλλοι το λένε φυγή. Ο Γιάννης ανάγκη την βάφτισέ. Μέταλλα και άνθρωποι ακολουθούν το μονοπάτι της ελπίδας προς τον βορά. Πίσω δάκρυα στα μάτια, αγκαλιές, φιλιά, λίγα μαντήλια ανεμίζουν. Υπάρχουν τόσα πολλά βουβά δάκρυα. Υπάρχουν αρκετά χείλια σφιχτά κλεισμένα.
Μια φορά κι έναν καιρό νέοι σαν αυτόν αναζήτησαν την ελευθερία και την ευτυχία τους σε τόπους μακρινούς. Μια φορά και σήμερα, ο Γιάννης σκύβει μέσα του, αναζητώντας τη δική του ελευθερία και ευτυχία. Θέλει να τα αλλάξει όλα, να ξεφύγει από την μιζέρια και να υπογράψει τη ζωή του με το δικό του χέρι. Ο αγώνας φαίνεται και είναι δύσκολος. Δεν μπορεί να φανταστεί κάτι άλλο διαφορετικό. Σκέψεις παγώνουν τον νου και οι λέξεις εξακολουθούν να μην έρχονται.
Ο Γιάννης, σχεδόν αμούστακο αγόρι ακόμα, βρέθηκε στα ξένα με μια πάνινη βαλίτσα γεμάτη με πολύμορφες παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις και συγκινήσεις από το μικρό χωριό του. Όμορφος άντρας, ψηλός, μελαχρινός. Γεμάτος μάτια καφέ, πάθη, χείλη διψασμένα, καρδιά ζεστή και ένα ζευγάρι χέρια δυνατά. Ανήκει στην γενιά των πρώτων μεταπολεμικών γενεών, «γκασταρμπάιτερ», με την μόρφωση ως το μόνο στήριγμα στο όνειρο ενός καλύτερου μέλλοντος. Κόλλησε το πρόσωπο στο θολό παράθυρο, σε μια ύστατη προσπάθεια, για να δεσμεύσει τη σκέψη του. Αυτή τουλάχιστον να μην αποδράσει.
Αναπάντητα ερωτήματα πολύ γρήγορα άρχισαν να τον βασανίζουν. Τι θα απογίνουν αυτοί που έχουν μείνει πίσω, σε ένα κόσμο στην χειρότερη θέση από ό,τι όταν γεννήθηκαν; Πως θα τα καταφέρουν και αυτή είναι η ζωή που πραγματικά τους αξίζει;
Θολώνουν τα μάτια καθώς στο νου του έρχονται οι στίχοι ενός τραγουδιού «Ήσυχη, πάντα ήσυχη  θυμάμαι τη μητέρα μου. Ήσυχο σαν τον ψίθυρο θυμάμαι τον πατέρα μου.
Σε μια φιλήσυχη ζωή  τους γνώρισα ταγμένους, σε μια πορεία σιωπηλή τους είδα ξοδεμένους…».

Στους επιτραπέζιους χάρτες το ταξίδι συρρικνώνεται, οι αποστάσεις δεν λένε την πραγματικότητα. Ο χρόνος πολύς για σκέψεις πολλές. Μια άσκοπη περιπλάνηση σε μουσικές, σε φεγγάρια, σε παραμύθια, στο ψέμα που θέλει να γίνει αλήθεια. Σκοτάδι γύρο, μονότονος ο θόρυβος της τριβής των μετάλλων και σύντροφος μόνος οι ελπίδες που ζωντανεύουν τις φήμες για μια καλύτερη ζωή. Στοιχειώνουν οι φόβοι μέσα σε καπνούς τσιγάρων, σε αναθυμήσεις ανθρώπων και συναισθήματα από αγαπημένους χρόνους, όχι τόσο μακρινούς. Έτσι απλώνεται βαρύ, καταθλιπτικό το σκοτάδι βαθιά μέσα του. Από δω και πέρα θα τον συντροφεύει στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς και της απελπισίας. Νόστος πάντως, δεν μοιάζει να είναι. Ή μήπως είναι; Δεν έχει σημασία, θα έρθει άλλωστε η ίδια η ζωή να καταδείξει το σωστό ή το λάθος της απόφασης του.
Προτίμησε να μη ζήσει ως μετανάστης στον τόπο του, μα σε ένα ξένο τόπο. Όσοι έμειναν πίσω παλεύουν για την ζωή, αυτός σε θεούς και δαίμονες εναντιώνεται. Εξάλλου βαθειά χαραγμένα έμειναν μέσα του τα λόγια ενός δασκάλου: «… όλα είναι περαστικά και κάντε λίγο υπομονή … ένα πρωί ελεύθερα πουλιά θα ταξιδεύετε …αδέσμευτοι θα τρέχετε σε αυτά που γυρεύετε … μην ανησυχείτε και κάποια μέρα κι εσείς θα βγείτε έξω στον κόσμο…» ,»Τους ξένους να φιλοξενείς, γιατί και εσύ κάποτε θα είσαι ξένος1″
Αποφάσισε να πάρει την ζωή στα χέρια του. Γονείς του δώσανε ζωή και δάσκαλοι όνειρα. Έμαθε να πιάνει ότι είναι κοντά, να βάζει στόχους μακρινούς και να πετά αυτά που δεν μπορεί να αντέξει.
Έχουν περάσει αρκετές εβδομάδες στο ερημητήριό του. Έχει καιρό να συναντήσει κάποιον, να μιλήσει, να ανταλλάξει έναν χαιρετισμό στην γλώσσα του. Μοναδική συντροφιά οι σταγόνες της βροχής. Τίποτα άλλο. Παρηγοριά οι αναμνήσεις και φυσικά, οι αναζητήσεις. Χαμένος στην μεγάλη πόλη της τεχνολογίας, ανάμεσα σε ανθρώπους με δέρμα μεταλλαγμένο. Μάτια ψυχρά, κλειστές καρδιές, αμπαρωμένες πόρτες. Δεν ξέρει τη γλώσσα τους. Αυτοί του μιλάνε, αλλά αυτός δεν τους καταλαβαίνει. Δεν ξέρει τους τρόπους της. Αγνοεί τα μυστικά της. Πολύ άγρια γλώσσα, αγνοεί τις λέξεις της. Δεν απολαμβάνει το άκουσμα της. Χάνει το νόημα. Φυσική ασυμμετρία ο ήχος της καθώς σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς» και δεν διδάσκει την αρμονία, το κάλλος, την ισορροπία. Η κάθε μέρα με πείσμα χρησιμοποιεί ένα σκοινί για να τον τραβά από την ελπίδα στη λήθη στη μονοτονία.
Με ευχαρίστηση διαπιστώνει, όχι χωρίς έκπληξη, ότι καθώς προσπαθούσε να αντισταθεί στα καλέσματα των σειρήνων, κάτι, κάπου, του θύμιζε ότι υπήρχε ένας χώρος που τον αισθανόταν δικό του και το ισοζύγιο παρέμενε σταθερό.
Κάποιες τέτοιες στιγμές είναι που συνειδητοποιεί ότι ο τόπος του είναι γεμάτος από την ομορφιά των αισθήσεων, όπου κυριαρχούν όχι μόνο οι μεταφυσικές αναζητήσεις, αλλά ο ρυθμός της ύλης και οι επιθυμίες. Ένας τόπος όπου ζουν όλες οι διαστάσεις και ποτέ δεν ενοχοποιήθηκε η ευχαρίστηση, η διασκέδαση, ένα παγωτό το καταμεσήμερο, μια βόλτα στη θάλασσα και επιθυμίες για ένα ηλιοβασίλεμα με τα κορμιά να σπαρταράνε. Απολαύσεις με το κόκκινο του δειλινού να ροδίζει τις πυρωμένες πέτρες και τις βαθιές ρυτίδες στα μέτωπα των βράχων που λάξευσε με χάρη ο άνεμος.` Επιθυμίες που για άλλους είναι ουτοπίες.
Όσο περνά, ωστόσο, ο καιρός και αδυνατίζει η μνήμη, και η λησμονιά σαν λάδι απλώνεται και μαλακώνει τις πληγές του παρελθόντος, τόσο πιο συχνά η νοσταλγία τον σπρώχνει να ανοίγει την βαλίτσα και να ανασύρει από εκεί κάποια από αυτά τα λείψανα, που όμως δεν είναι λείψανα, γιατί μόλις βρεθούν στο φως ανασαίνουν, πάλι ζωντανεύουν. Όμως ανοίγουν οι παλιές πληγές και πανικόβλητος κλείνει την βαλίτσα. Συνήθεια του έγινε αυτό το παιχνίδι, παιχνίδι ηδονής και οδύνης, ποτέ δεν σταματά, αδιάκοπα ανοιγοκλείνει την βαλίτσα, αδιάκοπα ανοιγοκλείνει τις πληγές του.
Συνήθεια του έγινε και η βόλτα και ο καφές, στην καφετέρια του σιδηροδρομικού σταθμού, το απόγευμα του Σαββάτου. Εκεί συναντά χιλιάδες μάτια, μερικά τον κοιτάζουν περίεργα. Κάποια περιμένουν κάτι. Μερικά τον βλέπουν. Άλλα δεν τον βλέπουν, δεν θέλουν να τον δουν. Είναι ξένος. Πως όμως θα μεταφέρει την γνώση του Οιδίποδα που «Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους»2.
Σήμερα πέρασε αδιάφορα μπροστά από το τεράστιο εμπορικό κέντρο της πόλης, εκεί όπου κάποιοι εξαργυρώνουν τον κόπο της κάθε ημέρας με κάτι που χωράει σε σακούλες πλαστικές και χρωματιστά πακέτα. Τα αυτοκίνητα που πήγαιναν και ερχόταν ήταν σαν μια πλημμυρίδα και άμπωτη που έδινε ζωή και νόημα σε αυτό το οικοδόμημα, σε αυτό που ήταν η καρδιά της πόλης.
Τον προσπέρασε ένα ζευγάρι ερωτευμένων. Ο νεαρός σκύβοντας την φίλησε. Το άρωμα της μέσα σε ένα σύννεφο αγάπης τον σκέπασε. Δύο σταγόνες βλεφάρων κύλησαν μέσα του και μεγάλωσαν το βάρος της καρδιάς. Κοιτάχτηκε σε μια βιτρίνα και είδε κάποιον που έβλεπε πρώτη φορά, και με αυτό το περίεργο συναίσθημα ότι κουβαλούσε μέσα του δυο ανθρώπους μπήκε στην καφετερία του σταθμού. Αγόρασε μια παγωμένη μπύρα και κάθισε σε ένα τραπέζι με καλή θέα στην πόλη. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν πως τελικά έπρεπε επιτέλους να γράψει εκείνο το γράμμα πριν να είναι αργά. Ψάχνει να βρει το δικό του άλλοθι για να γράψει όχι για κάτι που πρέπει να αρέσει αλλά για να δείξει τι γλώσσα έχει ο καημός. Έπρεπε να πείσει την Σοφία να τον περιμένει. Είχε στη διάθεση του ότι ήθελε η μάλλον, ότι θα μπορούσε να θέλει και συγχρόνως ήθελε πολλά.
Ο άντρας είναι καθισμένος πίσω του στην άλλη άκρη της τζαμαρίας.
Δεν τον βλέπει, τον ακούει. Απολαμβάνει το άκουσμα της μητρικής του γλώσσας.  Γίνεται ακροατής μιας ματαιότητας, στην αναζήτηση της ουτοπίας. Καταλαβαίνει πως κάτι προσπαθεί να γράψει καθώς με σιγανή φωνή επαναλαμβάνει μια μια τις λέξεις. Σκοπός και επιθυμία να ξεδιψάσει την φαντασία του, πίνοντας αργά και δυνατά από το ποτήρι της νοσταλγίας. Οι λέξεις γίνονται τα φθονερά όπλα που θα πολεμήσουν την ακατάλυτη ανάγκη για έκφραση. Οι λέξεις γίνονται φλέβες που μέσα τους άλικο αίμα τρέχει και κόκκινο βάφει το χαρτί. Είναι στιγμές που ακολουθεί βαριά σιωπή πριν μεταμορφωθεί ο λόγος, στο καταφύγιο των άγραφων σελίδων, σε αυτό που πρέπει να γραφτεί. Οι λέξεις λιποτακτούν, για να φωτίσουν παλιές επιθυμίες που πρέπει να πραγματοποιηθούν μακριά από τα αφιλόξενα σκοτεινά ναρκοθετημένα όρια της ξενιτιάς. Πόσο βαθύς είναι ο ωκεανός άραγε σκέφτηκε … μα αυτοί που ξέρουν δεν μπορούν να του πουν.
Σκοτείνιασε η σκέψη του από το γεγονός ότι πόνεσε από αυτό που ήρθε εδώ να το συναντήσει.
Πίνοντας παγωμένη μπύρα και βαρύ τσιγάρο πιο καθαρά βλέπει τα πράγματα. Βλέπει, τι παρέλειψε να πει μες στη ζωή του. Αντιλαμβάνεται πως έμεινε μισός σε αυτή την κρύα χώρα, πως όλα έδειχναν πως θα ερχόταν αλλιώς.
Για να διώξει ποιο γρήγορα τον πόνο που χαράχτηκε στο πρόσωπο του ο Γιάννης σηκώθηκε και πλησίασε για να συστηθεί.
-Καλησπέρα πατρίδα … Γιάννης.
-Χαίρομαι … Στέργιος.
Με την θερμή χειραψία κατάλαβαν πως όσους και αν έχεις γύρο σου πάντα θα σου λείπουν αυτοί που έχεις μέσα σου. Δεν έκαναν ερωτήσεις. Έμοιαζαν να τα γνωρίζουν όλα και δεν είχαν παρά μία επιθυμία. Να μιλήσουν και να ακούσουν την πατρίδα.
Είπαν πολλά μιλώντας ώρες πολλές σε μια προσπάθεια κορεσμού της πείνας και της δίψας για το άκουσμα της γλώσσας και μόνο. Δίπλα του, ο Στέργιος, έχει προσεχτικά ακουμπισμένο ένα πολύχρωμο πακέτο. Το αγόρασε πριν λίγο, ένα μεταλλικό τρενάκι. Δώρο στον πρωτότοκο γιό που τον μπαμπά τον ξέρει από τις φωτογραφίες, για να ζήσει την αποδοχή. Για να μπει, για λίγες στιγμές, στη ζωή του μικρού παιδιού σβήνοντας την αφάνεια, μηδενίζοντας την απουσία. Σκοτείνιασε ο Στέργιος μιλώντας για την στιγμή που αποφάσισε να αφήσει πίσω την ζωή και αυτούς που αγαπούσε. Για την στιγμή που έκλαψε, όταν σκόρπισαν τα κομμάτια από την ψυχή του.
Συγκινημένοι οι δύο άνδρες μίλησαν για τις ατέλειωτες μέρες και τις αβάσταχτες νύχτες. Νοιώσανε την αίσθηση της ελευθερίας που προσφέρει η γνώση και την χαρά της διαπίστωσης ότι η ψυχή στην μοναξιά μεγαλώνει, χωράει πολλά. Ήξεραν σίγουρα πως υπάρχει ζωντανό το όνειρο μιας ακαθόριστης χρονικά επιστροφής.
Την λύτρωση νοιώσανε, όταν βρήκανε τις λέξεις, για την ομορφιά της επιστροφής, λέγοντας: «τα καλύτερα έρχονται».
Μετά χαθήκανε.
Πήρε ο καθένας τον δρόμο που είχε χαράξει η μοίρα του.
Ο ήλιος είχε χαθεί και τα φώτα σαν παγωμένα αστέρια δείχνουν το δρόμο. Μονότονη η πνοή του ανέμου μεταφέρει τα παγωμένα δάκρυα του χειμώνα που προσκολλώνται απελπισμένα στο έδαφος μακριά από την ζεστή λάμψη ενός μακρινού ήλιου.
Βασανιστικά η εικόνα της συνάντησης διεισδύει στο μυαλό στην ψυχή και την σκέψη του. Έτσι απροειδοποίητα, κατοικοεδρεύει στα απόκρυφα κύτταρα της μνήμης, για να ανακαλεστεί στο κάθε χτύπημα της κόρνας του εργοστασίου που αναγγέλλει το διάλειμμα. Δεν μπορεί να φανταστεί μια πιο σκληρή τιμωρία από το να περάσει την καλύτερη ηλικία της ζωής ως σκλάβος. Τιμωρία που του επέβαλλαν άνθρωποι χωρίς καν να τον γνωρίζουν. Καμιά παρηγοριά στα λόγια πως δήθεν συμμετέχει στην εξέλιξη του κόσμου. Κάθε στιγμή, κάθε μέρα βρίσκεται όλο και ποιο μακριά από τους ανθρώπους χάρη της συνήθειας που αποφασίζει για την εκμετάλλευση του χρόνου του.
Παραδόξως οι φετινές μέρες των Χριστουγέννων ήταν όμορφες. Βρέθηκε στην καντίνα του εργοστασίου με άλλους μετανάστες. Άνοιξαν αγκαλιές, τσούγκρισαν τα ποτήρια τους, άκουσαν τους φόβους, τα άγχη τους. Συμφωνήσαν πως όσα νιώθουν είναι δικαιολογημένα. Κάποιος είπε «τι σόι μετανάστες θα ήμασταν δίχως προβλήματα, δίχως στραβά, αν όλα πηγαίνανε καλά;». Εκείνος μάλλον το έλεγε χαριτολογώντας, αλλά ο Γιάννης έχει αρχίσει να το πιστεύει.
Δεν κατάλαβε πότε ήρθανε, πότε πέρασαν τα Χριστούγεννα. Αυτές τις μέρες αισθάνεται στον αέρα αυτήν την ατμόσφαιρα ότι ανήκει κάπου. Έχει δρόμο μπροστά του ακόμη.
Γι’ αυτό είναι εδώ. Δεν απελπίζεται, δεν περιμένει θαύματα που δεν υπάρχουν. Συνεχίζει να εργάζεται για ότι θεωρεί σωστό. Δεν θα κρατήσει πολύ αυτή η απελπισία, το ξέρει. Μεταλλάσσεται σε πείσμα και άλλο πείσμα. Και μετά θάρρος, δύναμη. Δεν αποθαρρύνεται…όλα θα γίνουν. Αργά η γρήγορα..
Στρέφει τα μάτια προς τον ουρανό. Πάντα του άρεζε να κοιτά ψηλά, αχόρταγα τον ουρανό ψάχνοντας για τα όρια που θέλει να ξεπεράσει.
Με τα μάτια ψηλά αισθάνεται την ψυχή του να ξεπερνά τα ανθρώπινα όρια και να αγγίζει τον ουρανό. Ο ουρανός είναι βαρύς, έπιασε βροχή. Μια βροχή που δεν λέει να σταματήσει. Η ψύχρα φέρνει πόνους στο στομάχι. Στο δωμάτιο, οι σκιές μιλάνε μέσα του πίσω από τα βλέφαρα. Ο άνεμος κάνει το κερί στο εικονοστάσι να τρεμοσβήνει, μα οι σκιές δεν φέρνουν όνειρα. Δεν σταματούν την πολυλογία, κάνουν καλή παρέα έστω και αν δεν καταλαβαίνει τι του λένε. Τον ταξιδεύουν σε αναμνήσεις, αφαιρώντας  τους ήχους της καθημερινότητας και πλάθουν εικόνες με τις  φαντασιώσεις του. Το μέλλον του ονειρεύεται, ένα μέλλον που ίσως δεν θα ζήσει ποτέ. Αυτό είναι το ταξίδι  στο παραμύθι που του χαρίζει η μοναξιά.
Άθελά του θυμάται τον ήλιο και την θάλασσα. Η βροχή που πέφτει στο παράθυρο, κυλάει από το γείσο της στέγης, στάζει από τα δέντρα και χύνεται πάνω στις πλάκες των πεζοδρομίων. Το παράθυρο κλαίει στη μοναξιά και το σκοτάδι. Χώθηκε μόνος στην μικρή σοφίτα βυθισμένος σε πραγματικά λυπητερές σκέψεις. Με ένα δίγλωσσο βιβλιαράκι στα χέρια πιάνει κουβέντα με την απουσία. Την βλέπει πάντα λυπημένη και στενοχωριέται. Αποφάσισε να την λέει ανάμνηση και να την κάνει πιο όμορφη και από την παρουσία. Μα δεν θέλει να γίνει πιο όμορφη, ποιο χαρούμενη θα προτιμούσε να είναι, αν ήταν δυνατόν, σαν τις Κυριακές. Γιατί χαρούμενες μέρες είναι μόνο οι Κυριακές. Αυτές να γεύεται του επιτρέπουν την απόλαυση της σιωπής. Η σιωπή τον πονά αλλά δε μπορεί να κάνει τίποτα για αυτό, μόνο να θυμάται μπορεί, να νοσταλγεί και ίσως να αναρωτιέται γιατί την επιλογή του, που τον οδήγησε στον εργασιακό μεσαίωνα.
Ο μονότονος θόρυβος του χρόνου, σαν αδιάκοπη φλυαρία, παλεύει με την νύστα. Καρφώνει το βλέμμα απέναντι στο παράθυρο. Η βροχή δεν έχει σταματήσει.
Αργεί το ξημέρωμα, το βράδυ βαθύ γεμάτο  πόνο από το παρελθόν. Όλη την νύχτα έπεφτε μια σιγανή βροχή, δεν ήθελε να κοιμηθεί, ήθελε να περπατήσει, να βρέξει το παντελόνι του μέχρι τα γόνατα και με τα μαλλιά του να στάζουν, να αναπνέει τις σταγόνες,  αλλά εγκαταλείφθηκε στον ψίθυρο της βροχής, τον πήρε ο ύπνος καθιστό στο κρεβάτι. Μόνο οι ήχοι της νοσταλγίας που ξεχωρίζουν, τονίζουν την παρατεταμένη λαχτάρα για τόπους και στιγμές που έχει βιώσει και δημιουργεί ένα κενό βαθιά στην καρδιά, ώστε η ηχώ της είναι αισθητή σε κάθε στιγμή. Και όλα αυτά δεν έγιναν ποτέ. Η ορμή της ζωής τα διάλυσε όλα. Ψάχνει και χάνεται στην οικονομική ανασφάλεια, στην υπαρξιακή κατηφόρα. Στις υποσχέσεις και ματαιώσεις του παρελθόντος. Υπάρχει πάντα το μεγάλο κενό στην καρδιά του.  Η θλίψη εξακολουθεί να γλιστρά μέσα του στις πιο απίθανες στιγμές. Αυτό δεν θα αλλάξει. Ελπίζει ότι θα αλλάξει, αλλά δεν είναι σίγουρος.
Αυτή την στιγμή ξέρει πως η πραγματική ζωή είναι έτοιμη να τον καταπιεί και αυτό τον φοβίζει. Και όμως πίσω από τις αγωνίες και τις δυσκολίες της ζωής, μένει μέσα του μια παράξενη ελπίδα ότι η ζωή μπορεί να γεμίσει με χρώμα και νόημα. Αυτό δεν θα αλλάξει.
Δεν θα αλλάξει γιατί ένα όνειρο που έζησε έφηβος θα τον συντροφεύει παντού και πάντα. Ήλιος και μυρωδιά από πεύκα. Είναι μεσημέρι στην ξαπλώστρα σε μια παραλία και δίπλα του το μισοφαγωμένο καρπούζι για να του θυμίζει ότι τα καλοκαίρια τελειώνουν απότομα αλλά οι χειμώνες περνούν γρήγορα. Ήταν και εκείνη η ωραία βραδιά, μια ζεστή νύχτα, μια νύχτα με το πρώτο του μεθύσι, μια νύχτα με πανσέληνο, η νύχτα που αγκάλιασε για πρώτη φορά το κορίτσι του.
Πίσω από το όνειρο ξεπροβάλει ένα σπίτι, ένα μικρό καφενείο-μπακάλικο και παραπέρα η εκκλησία. Το Χωριό, οι άνθρωποι, οι συμπεριφορές. Από μικρός σκεφτόταν την φυγή, σχεδόν σχεδίαζε την απόδραση. Τώρα που δεν σταματά να μετρά ανάσες λύτρωσης, νιώθει μέρος του ήρεμου τοπίου με τους ήχους της φύσης και των μικρών σπιτιών, όσα ακόμα επιμένουν να υπάρχουν. Του λείπουν άνθρωποι φιλικοί, λίγο περίεργοι αλλά ζεστοί και γενναιόδωροι.
Τρέφει το μεγάλο όνειρο με βροχή από λουλούδια, πέτρες και αγκάθια. Είναι ο κόσμος του που αρμόζει σε όλους και όλους τους κόσμους …
Είναι ατέρμονη η αναζήτηση για να κατακτήσει τα μέρη που κυριαρχούν στα όνειρά του. Η δυσκολία είναι να ξεχάσει όλα αυτά που τον έκαναν να θέλει να ξεχάσει. Το ξένο φεγγάρι πήρε τη γλώσσα του. Ο μακρινός ήλιος δεν καίει τόσο καυτά και κάθε σταγόνα της βροχής ποτάμι γεννάει μέσα του.
Το χωριό του είναι μέσα του.
Διστάζει να αδειάσει τη ζωή από τα άχρηστα του χτες και να αφήσει περισσότερο χώρο κενό για καινούρια πράγματα, που αν έρθουν, δε θα χωρέσουν πουθενά. Μερικές φορές έχει την τρομερή αίσθηση ότι το έμβλημα του έργου της ζωής του είναι η απογοήτευση. Η συνήθεια έχει γίνει το καθημερινό καταφύγιο, η απόγνωση δεν κατορθώνει να νικήσει το φόβο του αύριο. Έτσι, τον πνίγει η θέα των αντικειμένων στην πάνινη βαλίτσα. Εκεί μέσα ναυάγησε και εκεί κρύβεται γιατί φοβάται να περάσει από τον αφιλόξενο ωκεανό και να χαρεί τον ανοιχτό ορίζοντα που αχνά διακρίνεται πίσω του.

1«Ξένους ξένιζε, και συ γαρ ξένος γίνεση»
Μένανδρος,  4ος π.Χ.
2« Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, ὅπου και να βρίσκεται.  Όταν στο δρόμο της Θήβας, ὁ Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα,  κι αυτή του έθεσε το αίνιγμα της, ἡ απόκριση του ήταν: ὁ άνθρωπος.
Τούτη ἡ απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε.
Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.»
(Γ. Σεφέρης)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *