Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΝΙΔΑ

 

      «O έρως είναι πλάνος και η νεότις ευαπάτητος»

      Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

    Δραπέτευσα σήμερα απ’ τη φυλακή μου, το κυλικείο όπου από παιδί κουβαλώ τον καφέ με το δίσκο…

    Το σταμάτημα της βροχής μ’ απάντησε σ’ ένα μεγάλο παρτέρι να χορεύω σ’ ινδιάνικους ρυθμούς και ν’ αλαλάζω σε μια προσπάθεια ν’ ακούσω τη φωνή μου. Μέσα απ’ τις πελώριες τζαμαρίες της βιβλιοθήκης, χιλιάδες πολύχρωμα, άγνωστα και χαρούμενα μάτια κεντούν το κορμί μου καθώς λικνίζομαι στο λειψόφωτο των φαναριών.

    Κυνηγάω μια γαλάζια ομπρέλα με άσπρες μπότες. Τρελαίνομαι γι’ άσπρες μπότες!

    Κλωτσώ ασυναίσθητα ένα πιθάρι γεμάτο χώμα. Ξεραίνομαι!

    Τέλος, ξαπλώνω ανάσκελα στο υγρό γρασίδι με κομμένη ανάσα και μάτια καρφωμένα στον σκοτεινό ουρανό όπου μόλις προβάλει δειλά ένα χλωμό φεγγαράκι…

    Παρείσακτος σ’ ένα ακυβέρνητο καράβι από πυλό, τι προσδοκώ; Τι περιμένω;

    Την Αφροδίτη καρτερώ, την πολυαγαπημένη θεά που δεν γνώρισα ακόμα. Μια υποψία αγάπης. Έναν έρωτα, έστω και πλατωνικό. Μια συντροφιά στην απέραντη μοναξιά μου, μια αδελφή ψυχή.

    Υπομονή, είμαι άλλωστε τόσο νέος! «Παιδί» με φωνάζουν ακόμα.

    Ξαφνικά, λάμψη φωτίζει το θολωμένο μου νου! Αποφασίζω να πάρω τη μοίρα στα χέρια μου και να βρεθώ μονομιάς στο πλευρό της. Πώς δεν το σκέφτηκα πιο νωρίς; Η καινούργια γειτόνισσά μου! Ναι, αυτή που μου δάνεισε χθες, ζάχαρη για τον καφέ. Που όταν την πρωτοείδα ενθουσιάστηκα με τις ολόλευκες μπότες της!

    Κλείνω με δύναμη την πόρτα της κάμαράς μου κι ακουμπώ πίσω της ανασαίνοντας γρήγορα. Προσπαθώ να σταματήσω τους χτύπους της καρδιάς μου.

    Είναι επάνω! Ήχοι μελωδικοί την προδίδουν. Μονολογεί γλυκά κι ηδονικά. Το βλέμμα της ατίθασο, τρυπά το ταβάνι αχόρταγα. Ζηλεύω τον αέρα που κρύβεται άναρχα στων ρουθουνιών της τις καλλίγραμμες καμάρες. Αλμυρό το δάκρυ της νοστιμεύει το φιλί μου. Ρίγος ηλεκτρίζει το κορμί μου στο παραμυθένιο άγγιγμά της. Όλες μου οι αισθήσεις ξυπνούν, αγωνιούν, διψούν, αγρυπνούν, αδημονούν…

    Φως αγνό και λευκό πλημμυρίζει τη ψυχή μου. Ο τετράγωνος νους τυφλώνεται και στη μαύρη νύχτα, επιτέλους ξημερώνει. Όλα τ’ άψυχα γύρω χαμογελούν.

    Κοιτάζω φιλάρεσκα τον καθρέφτη. Τι γνώμη άραγε έχει σχηματίσει για μένα; Αναστατώνομαι πάλι. Να κάνω μπάνιο, να ξυριστώ, να ντυθώ, να παφουμαριστώ…

    Τώρα ψάχνω την αφορμή στα ντουλαπάκια της κουζίνας. Κάθιδρος αξιολογώ τα βαζάκια μου. Μικρό, μεγάλο, ψηλό, κοντό, φαρδύ, στενό, μαύρο, άσπρο, με κόκκινες καρδούλες…Με κόκκινες καρδούλες…

    Το γεμίζω ζάχαρη και ξεκινώ να επιστρέψω το γλυκό χρέος μου…

    Η ζώνη στο τζιν δολοφονεί το στομάχι μου και περίεργο, τον λαιμό μου σφίγγει μια αόρατη γραβάτα…

    Δεν ασχολούμαι. Δεν αντιδρώ. Δεν πτοούμαι. Υπομένω τα πάντα για χάρη της.

    Χτυπώ την πόρτα διστακτικά. Αιώνια δευτερόλεπτα σιωπής κυλούν…

    Ξαναχτυπώ δυνατότερα και…

σαν απ’ τον Άδη, φτάνει η φωνή της αγνώριστη…

   -Αγάπη μου, ανοίγεις σε παρακαλώ, είμαι στο μπάνιο…

    Με δυο δρασκελιές ρίχνομαι πίσω στη κάμαρά μου. Κλείνω αμέσως την πόρτα και γέρνω επάνω της.

    Η φωνή της «αγάπης της» τρυπάει τώρα τ’ αυτιά του…
-Δεν είναι κανείς…

    Ο «κανείς» είμαι εγώ! Αν φώναζε το φίλο της Πολύφημο, θα του έμπηγα ευχαρίστως τη γροθιά μου στο μάτι…

    Θέλω να σταματήσω οριστικά τους χτύπους της καρδιάς μου, μα είναι η ώρα να γυρίσω στο θλιβερό κυλικείο…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *