Η ΜΟΔΙΣΤΡΑ του ΠΕΤΡΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

Βγήκε από την κεντρική είσοδο του πολυτελούς ξενοδοχείου και στάθηκε για μια στιγμή κάτω από το πλούσιο φως του ήλιου. Κόσμος ανέβαινε και κατέβαινε στις πλατιές σκάλες από λευκό μάρμαρο που άστραφταν εκτυφλωτικά. Η Κλαίρη Θάνου προχώρησε σιγανά ανάμεσα στο πλήθος. Φορούσε για πρώτη φορά εκείνο το καινούργιο της κασμιρένιο φόρεμα Rick Owens, ενώ τα εντυπωσιακά πόδια της ήταν τυλιγμένα ως τους γοφούς με το ακριβό μαύρο δέρμα από τις μπότες του γνωστού Roberto Cavalli. Πάνω της ακουμπούσαν υφάσματα και ακριβά αξεσουάρ που κόστιζαν χιλιάδες Ευρώ. Μα πιο πολύ άξιζαν εκείνα τα λαμπερά, έξυπνα μάτια της, που ξεχώριζαν σαν ποθητά σμαράγδια. Γιατί έτσι ήταν πάντα η Κλαίρη Θάνου: ξεχωριστή.
Κοίταξε τη θέα από το ύψος της ατέλειωτης σειράς από λευκόφωτα σκαλοπάτια με τα μαλλιά της να ανεμίζουν πλούσια στον ανοιξιάτικο αέρα, ενόσω το πλήθος την προσπερνούσε. Τόσο ακριβή, τόσο όμορφη κι όμως φαινόταν αυτή τη στιγμή πως κανείς ολόγυρα δεν πρόσεχε την παρουσία της. Γιατί άραγε έτσι; Γιατί πάντα έτσι; Και τότε τον είδε. Τα μάτια του, ξεχωριστά ανάμεσα σε δεκάδες άλλα κοινότυπα βλέμματα, την κάρφωσαν με την γκρίζα ισχύ του αίλουρου. Δεν ήξερε καν το όνομά του κι όμως ένιωθε πως τον γνωρίζει καλύτερα από όλους τους υπόλοιπους κατοίκους του πλανήτη.
Ξεκίνησε να κατεβαίνει τις σκάλες, ενόσω εκείνος τις ανέβαινε με κίνηση το ίδιο αργή με εκείνης. Ώσπου συναντήθηκαν ακριβώς στο μέσο. Ο κόσμος διερχόταν πλάι τους χωρίς να τους προσέχει, καθώς οι δυο τους κοιτάζονταν για μερικά ατέλειωτα δευτερόλεπτα. Δύο άγνωστοι που συναντήθηκαν από μια κρυφή πρόνοια κάτω από την εκτυφλωτική λάμψη ενός παράδοξου πρωινού. Ετοιμάστηκε να του μιλήσει. Μα τότε εκείνος την προσπέρασε, σαν αδιάφορος τώρα, θαρρείς ξαφνικά ψυχρός κι απόμακρος. Και τότε το φως του ήλιου έσβησε με πάταγο, οι άνθρωποι γύρω, το πολυτελές ξενοδοχείο χάθηκαν, και η Κλαίρη Θάνου ξύπνησε λαχανιασμένη στο σκοτεινό δωμάτιό της σε μία τελείως διαφορετική πραγματικότητα.
Γιατί στη δική της πραγματικότητα, την αληθινή, δεν ήταν ούτε πλούσια, ούτε φανταχτερή, ούτε ακριβοντυμένη. Ήταν, όπως έλεγε συχνά, ένα τίποτα. Ονειρευόταν να μπει κάποτε σε έναν οίκο μόδας διεθνούς φήμης, να αναπτύξει τα δικά της σχέδια ρούχων, ίσως, ποιος ξέρει, να γίνει και σπουδαίο όνομα στον χώρο αυτό. Μα προς το παρόν, και ίσως για όλη την αιωνιότητα, ήταν μία από τις πολλές μοδίστρες, δηλαδή μια ασήμαντη υπάλληλος, σε έναν μετρίου φήμης οίκο μόδας της Ελλάδας. Εκτελούσε μονάχα εντολές ανωτέρων· δεν σχεδίαζε, δεν έριχνε στο τραπέζι νέες ιδέες.
Και έτσι, από ψυχολογική αντίδραση, κατέληξε να βλέπει όνειρα στα οποία κυκλοφορούσε ντυμένη με πανάκριβα, ποθητά ρούχα, κι ήταν κι η ίδια ένα πανάκριβο, ποθητό πλάσμα. Αλλά μόνο στα όνειρα αυτό. Γιατί στην αληθινή ζωή η Κλαίρη, αν και συμπαθητική φατσούλα, διερχόταν μέσα από πλήθη αντρών χωρίς ουσιαστική επιτυχία. Δύο-τρεις νερόβραστες σχέσεις που έκανε τελείωσαν σύντομα και άδοξα. Και τώρα, εδώ και πολύ καιρό, απέμεινε μόνη.
Πάντως όχι και εντελώς μόνη, θα σχολίαζε. Ήταν περίπου δέκα με δεκαπέντε βράδια που ονειρευόταν κάθε φορά εκείνον: τον άντρα με τα ξανθά, κοντοκουρεμένα μαλλιά, τα ζωντανά μάτια, το ευρύ στέρνο. Τον συναντούσε σε κάθε περιβάλλον που μπορεί κανείς να φανταστεί: σε καφετερίες, πάρκα, αίθουσες συναυλιών, παραλίες. Έφτασε να γνωρίζει ένα σωρό σημαντικές και ασήμαντες λεπτομέρειες για τη ζωή αυτού του ανύπαρκτου προσώπου, ακόμη και το χρώμα του αγαπημένου γάτου του ανιψιού του ήξερε πλέον. Όμως δεν είχε μάθει τα σημαντικότερα: ούτε το όνομά του ούτε πού μένει ή με τι ασχολείται. Και φυσικά δεν γνώριζε το πιο σπουδαίο: Υπήρχε κάποια άλλη;
Έδωσε μια σφαλιάρα στο κούτελό της καθώς έμπαινε στο ντους. Ήταν τόσο χαζή λοιπόν; «Μα ο τύπος, κοπέλα μου, απλά δεν υπάρχει!» μάλωσε φωναχτά τον εαυτό της. Ωστόσο ήταν λες και υπήρχε. Γιατί αυτός ο μυστηριώδης, όμορφος άντρας κάλυπτε ένα ουσιαστικό κενό στην ψυχή της, όπως και η δήθεν εντυπωσιακή γκαρνταρόμπα της, που ανανεωνόταν ασταμάτητα σε κάθε καινούριο όνειρο όπου εμφανιζόταν εκείνος. Καταλάβαινε ότι σιγά σιγά γλιστρούσε στον παραλογισμό.
Είχε πλέον ξημερώσει και ντυνόταν για να φύγει στη δουλειά, όταν κάθισε στο κρεβάτι της για λίγο συλλογισμένη. Τι να σήμαινε εκείνη η μεγαλόπρεπη λευκή σκάλα που είχε ονειρευτεί; Να ήταν άραγε η σκάλα της επιτυχίας; Εκείνος φαινόταν πως την ανέβαινε. Όμως αυτή… την κατέβαινε.
Φτάνοντας στη δουλειά θυμήθηκε τη χθεσινή απόφασή της. Μια καλή της φίλη επέμενε πως φθείρει τον εαυτό της με όλα αυτά τα ασταμάτητα αισθήματα μειονεξίας και αποτυχίας, με την τεράστια ανόητη ευαισθησία της σε όλα. «Γίνε πιο απαθής! Γίνε, βρε παιδί μου, και λίγο… άντρας!» της είχε φωνάξει προχθές στο τηλέφωνο. Η Κλαίρη το σκέφτηκε και αποφάσισε επιτέλους να γίνει και λίγο –δηλαδή πολύ λίγο– άντρας. Μα δεν θα το ’κανε με τον παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή παρακολουθώντας βαρετούς αγώνες ποδοσφαίρου και μπάσκετ ή μαθαίνοντας να βρίζει και να φτύνει κάτω. Θα το ’κανε πιο κομψά: Θα πήγαινε κινηματογράφο. Φυσικά όχι στα αγαπημένα της ρομαντικά φιλμ. Απόψε θα έβλεπε ένα έργο γεμάτο πιστολίδι και κυνηγητά. Καθόλου αίσθημα και ρομαντισμός για απόψε.
Οι ώρες κύλησαν γρήγορα και το βράδυ στις εννιά και τέταρτο ακριβώς έκοβε το εισιτήριό της στο ταμείο του κινηματογράφου. Μπήκε στο ασανσέρ και πάτησε το κουμπί. Ενοχλημένη όμως που θα έβλεπε ένα έργο γεμάτο βία και ανούσια τρεχαλητά, πήγε σε λάθος σημείο του κτιρίου. Της πήρε μισό λεπτό για να καταλάβει πως η δική της αίθουσα προβολής βρισκόταν δύο ολόκληρους ορόφους παρακάτω. Κατευθύνθηκε προς την κυλιόμενη σκάλα καθόδου και σταμάτησε λίγο πριν το πρώτο σκαλοπάτι, κοιτώντας στον τοίχο μια αφίσα με την επερχόμενη ταινία του Τζέημς Μποντ, ο οποίος βαστούσε στο ένα του χέρι το πιστόλι και στο άλλο μια εκρηκτική γυναίκα.
«Πότε θα βρω κι εγώ τον δικό μου Τζέημς Μποντ;» σκέφτηκε. Και αμέσως θυμήθηκε τον άντρα στα όνειρά της. «Τουλάχιστον ας μάθαινα στο επόμενο όνειρο το όνομά του!» έκανε μια ευχή.
«Λέγομαι Γιάννης Αντωνόπουλος» είπε ευδιάκριτα κάποιος πίσω της και πολύ κοντά στ’ αυτί της.
Η Κλαίρη γύρισε ξαφνιασμένη και είδε έναν καλοντυμένο άντρα που μιλούσε στο κινητό του και μόλις είχε πει το όνομά του ζητώντας κάποιον. Μαρμάρωσε και τέντωσε τα μάτια της να τον δει καλύτερα, καθώς εκείνος απομακρύνθηκε γρήγορα μιλώντας και χάθηκε πίσω από τη γωνία. Δεν είχε προλάβει να δει καθαρά το πρόσωπό του από μπροστά, αλλά έμοιαζε τόσο πολύ, τόσο καταπληκτικά με τον…
Ζαλίστηκε. Ακούμπησε το χέρι της στην κουπαστή της σκάλας, αλλά εκείνη ήταν κυλιόμενη και παρέσυρε το σώμα της προς τα κάτω. Άπλωσε το πόδι μπροστά για να στηριχτεί μα ήταν κι αυτό κακή επιλογή. Ξαφνικά το σώμα της έστριψε και έπεσε με τη ράχη κουτρουβαλώντας πάνω στα σκαλοπάτια που κυλούσαν. Όπως και στο όνειρό της, κατέβαινε μια σκάλα. Όμως αυτή τη φορά δεν επρόκειτο να ξυπνήσει στο δωμάτιό της αλλά στον θάλαμο ενός νοσοκομείου.
* * *
Άνοιξε τα μάτια. Ο ήλιος έμπαινε πλούσιος από τα παράθυρα. Προφανώς είχε μείνει αναίσθητη όλη τη νύχτα.
«Πού είμαι;» ψιθύρισε.
Μια μεσήλικη νοσοκόμα την πλησίασε.
«Έχω πάθει μεγάλο κακό; Έσπασα πολλά κόκαλα;»
Η νοσοκόμα της χαμογέλασε με καλοσύνη.
«Το μόνο που έσπασες, καλή μου, ήταν αυτό» είπε δείχνοντας το ρολόι της στο κομοδίνο. «Σε φύλαξε ο Θεός. Με τέτοιο πέσιμο, και έχεις μόνο λίγους μώλωπες. Χτύπησες κάπως και το κεφαλάκι σου, αλλά μην ανησυχείς, τίποτε το σπουδαίο».
«Πότε θα βγω;» ρώτησε η Κλαίρη.
«Αυτό θα μας το πει ο γιατρός» απάντησε η νοσοκόμα και την άφησε για να φροντίσει τον ορό ενός αρρώστου.
Εκείνη τη στιγμή η πόρτα του θαλάμου άνοιξε και μπήκε μέσα ένα φάντασμα. Ήταν χαμογελαστό, ήταν ξανθό και φορούσε λευκή ρόμπα, άρα μάλλον ανήκε στα καλά φαντάσματα. Ωστόσο παρέμενε άκρως επικίνδυνο για την πνευματική της υγεία. Διότι ο άνθρωπος αυτός κανονικά δεν έπρεπε να υπάρχει! Με μία ματιά η Κλαίρη σιγουρεύτηκε πως ο άντρας των ονείρων της τελικά υφίστατο, λεγόταν Γιάννης Αντωνόπουλος και ήταν γιατρός στο επάγγελμα. Τώρα μάλιστα στεκόταν μόλις ένα μέτρο μακριά της κοιτώντας την προσεκτικά στα μάτια.
«Πώς αισθάνεσαι;» τη ρώτησε.
«Έτοιμη να πέσω ξανά από τη σκάλα» μουρμούρισε. Και σίγουρα εκείνος δεν κατάλαβε το υπονοούμενο.
«Ζαλίζεσαι;»
«Τώρα… ζαλίζομαι» είπε. Και σίγουρα πάλι ο γιατρός δεν πρόσεξε αυτό το «τώρα», που έδινε όλο το νόημα.
Τη γοήτευε και την τρόμαζε ταυτόχρονα, σκέφτηκε, ενόσω εκείνος σήκωνε την καρτέλα της και μελετούσε κάτι.
«Εμένα πάντως μου φαίνεσαι μια χαρά» της είπε έπειτα από σιωπή ενός λεπτού.
«Δηλαδή βγαίνω σύντομα;»
«Θα κάνουμε σήμερα το απόγευμα μια αξονική τομογραφία και αύριο το πρωί μάλλον μπορείς να φύγεις».
«Ευχαριστώ!» του άστραψε το πιο λαμπερό της χαμόγελο, ενώ την ίδια στιγμή αναρωτιόταν πώς θα μάθει περισσότερες πληροφορίες. Ο Γιάννης Αντωνόπουλος στράφηκε να φύγει.
«Γιατρέ, εύχομαι να λέτε πάντα τέτοια ωραία νέα στους ασθενείς σας» βιάστηκε να τον προλάβει. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. «Εύχομαι χίλια καλά για εσάς και… τη γυναίκα σας».
Ήταν τελείως άκομψο, αλλά και πώς αλλιώς θα μάθαινε;
Ο γιατρός χαμογέλασε. «Δεν είμαι παντρεμένος» είπε.
Ξαφνικά η Κλαίρη ήθελε να σηκωθεί όρθια πάνω στο κρεβάτι και να χοροπηδάει ασταμάτητα φωνάζοντας: «Το ’ξερα! Το ’ξερα!»
«Αλλά θα παντρευτώ σε έναν μήνα» συμπλήρωσε και έφυγε ήρεμος από τον θάλαμο, όσο ήρεμος μπορεί να είναι κάποιος που μόλις δολοφόνησε το ανυπεράσπιστο θύμα του. Όμως, για να ολοκληρωθεί το ειδεχθές έγκλημα, η γιαγιά από το διπλανό κρεβάτι ανασηκώθηκε και την πληροφόρησε:
«Παίρνει μια πλούσια, την κόρη ενός εφοπλιστή. Μιλάμε για πολύ χρήμα!»
Η Κλαίρη γύρισε το κεφάλι από την άλλη. Δεν ήθελε να ακούσει περισσότερα. Γιατί να έρθουν έτσι τα πράγματα; Γιατί να σταματήσουν όλα αφού έφτασε έως εδώ; Αν δεν επρόκειτο να κερδίσει κάτι, τι νόημα είχε να τον ονειρευτεί τόσο προφητικά, να τον ερωτευτεί ενώ δεν τον είχε συναντήσει ποτέ της; Ποια ανώτερη δύναμη επέλεξε να την βασανίσει έτσι άκαρδα, να τη συντρίψει και να γελάσει εις βάρος της; Προσπάθησε να βρει μια λύση, όμως όλες οι παράμετροι φαίνονταν εναντίον της. Κι ούτε μπορούσε να συναγωνιστεί με την κόρη ενός εφοπλιστή. Εκείνη προσερχόταν στη μάχη με έναν στόλο από καράβια πίσω της, ενώ η Κλαίρη φορώντας βατραχοπέδιλα. Χρειαζόταν επειγόντως όπλα πιο ισχυρά από το γλυκό της χαμόγελο και τα μαλλιά της βαμμένα σε ανταύγειες. Χρειαζόταν ένα σχέδιο.
Και τότε της ήρθε μια υπέροχη ιδέα…
[To be continued…]

One Response to Η ΜΟΔΙΣΤΡΑ του ΠΕΤΡΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

  • Κείμενο με χιούμορ, ενώ θυμίζει ‘άρλεκιν’, πάραυτα το ακυρώνει!Μπράβο!Περιμένω τη συνέχεια!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *