ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΑ του ΝΑΟΥΜ ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗ

Ζούμε με τον ίδιο τρόπο που ονειρευόμαστε –μόνοι μας…
JOSEPH CONRAD, Η Καρδιά του Σκότους

Η εικόνα μας για τον κόσμο συμφωνεί με την πραγματικότητα μόνο όταν το απίθανο έχει μια θέση μέσα της.
ΚΑΡΛ ΓΙΟΥΝΓΚ

– 1 –

Όταν τα φώτα των σπιτιών σβήνουν και τα μάτια τρεμοπαίζουν πίσω από τα κλεισμένα βλέφαρα των ανθρώπων, τα όνειρα ταξιδεύουν μέσα στη νύχτα ψιθυρίζοντας αινίγματα και μυστικά που κανείς δεν καταλαβαίνει. Το ίδιο ακριβώς κάνουν και οι εφιάλτες.

– 2 –

Στέκομαι μπροστά στην λίμνη που καθρεφτίζει στα νερά της ένα πεντακάθαρο, ολόγιομο φεγγάρι. Πίσω μου το δάσος συλλαβίζει στα κλαδιά του άλλη μια μικρή νυχτερινή ιστορία που έφερε μαζί του ο άνεμος από τους πέρα τόπους. Απέναντι, στην άλλη πλευρά της λίμνης το τροχόσπιτο είναι σκοτεινό. Η γυναίκα που μένει σ’ αυτό όμως δεν κοιμάται. Βλέπω τη φωτιά απ’ το τσιγάρο που αναπνέει στα χείλη της και ξέρω πως γι’ άλλη μια νύχτα κάθεται σκεφτική μπροστά στο μεταξένιο σεντόνι της λίμνης. Δεξιά, τα μακρινά φώτα της πόλης τρεμοπαίζουν νωχελικά το άγρυπνο τραγούδι της. Στίχοι από νέον επιγραφές, σηματοδότες των δρόμων και σκόρπια φώτα, ένα μοιρολόι γι’ αυτούς που ποτέ δεν κοιμούνται.
Μια τέτοια νύχτα μοιάζει να προσφέρεται για την εισαγωγή μιας ιστορίας, σαν κι αυτές που γράφει ο φίλος μου ο Κάρολος, μόνο που η δική μου ιστορία έχει αρχίσει εδώ και πολύ καιρό κι ίσως να μην είναι και τόσο όμορφη σαν τις δικές του. Παρόλα αυτά, αυτή η ιστορία είναι η μόνη που μου απέμεινε.
«Δεν θυμάμαι να σου έχω μιλήσει ποτέ για τη λίμνη».
Δεν την ακούω ποτέ όταν έρχεται, κι αυτός ακριβώς είναι κι ο λόγος που τρομάζω κάθε φορά που την συναντώ. Εμφανίζεται κι εξαφανίζεται το ίδιο ξαφνικά και το μόνο πράγμα που με πείθει πως είναι αληθινή, είναι η φωνή της κι ο παράξενος τρόπος που μιλάει ώρες-ώρες. Η Τάρα. Το κορίτσι του δάσους. Μπορώ να τη φανταστώ πίσω από την πλάτη μου. Ένα μικρό πλασματάκι που δεν μοιάζει να είναι μεγαλύτερο από τα δώδεκα, με μακριά μαύρα μαλλιά και κατάμαυρα σαν κάρβουνα μάτια, να ακουμπάει πάνω σε κάποιο δέντρο. Όταν την συνάντησα για πρώτη φορά, πάνε δυο χρόνια από τότε, μου φάνηκε περίεργο που μου είχε πει ότι ζούσε στο δάσος από πάντα. Το ύφος μου θα πρέπει να ήταν πολύ περίεργο τότε και η Τάρα είχε αναγκαστεί να μου εξηγήσει.
«Γεννήθηκα μαζί με το δάσος κι από τότε αυτό είναι το σπίτι μου. Είμαι ένα μυστικό. Το μυστικό του δάσους ή κάτι τέτοιο. Ποιος ξέρει; Ποιος νοιάζεται;».
Μου εξήγησε! Δεν λεω φυσικά πως κατάλαβα πολλά πράγματα απ’ αυτό. Με τον καιρό όμως έμαθα πως η Τάρα μιλούσε πάντα με γρίφους κι αινίγματα, κι όχι μόνο για την καταγωγή της ή για το ποια είναι. Μου έφταναν όμως αυτά που είχα: ένα όνομα κι ένα μυστικό. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε παρά μόνο ένα όνομα, και τις πιο πολλές φορές ούτε καν το αληθινό μας. Όσο για το μυστικό… Ο Κάρολος μου είχε πει παλιά πως όλοι μας ψάχνουμε να βρούμε ένα μυστικό: ένα μυστικό που κανείς δεν μας το λεει. Ποτέ δεν κατάλαβα και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν κατάλαβα. Τώρα ξέρω πως τα πάντα γύρω μας, μας ψιθυρίζουν το μυστικό που ψάχνουμε, μόνο που το κάνουν μέσα από γρίφους κι αινίγματα που δεν λύσαμε ακόμα.
«Κάτι ήθελες να πεις για τη λίμνη», της απαντώ χωρίς να γυρίσω.
«Αυτή η γυναίκα απέναντι», μου λεει, «σε λίγο θα σηκωθεί και θα κολυμπήσει στη λίμνη. Το κάνει συχνά, αλλά σήμερα είναι μια ξεχωριστή μέρα γιατί το φεγγάρι είναι γεμάτο».
«Την ξέρεις;»
«Είναι η γυναίκα που κολυμπάει στη λίμνη. Και δεν θα το έλεγα ακριβώς κολύμπι. Μοιάζει περισσότερο με εξομολόγηση, ξέρεις. Μπαίνει στα νερά της κι εκείνα καθαρίζουν όλα όσα πρέπει να καθαριστούν. Και σήμερα που έχει φεγγάρι η λίμνη είναι χαρούμενη, δυνατή κι ευτυχισμένη».
«Πες μου για τη λίμνη», της λεω.
«Πριν από πολύ καιρό», αρχίζει εκείνη, «ζούσε στο δάσος μια κοπέλα. Ο πατέρας της ήταν ξυλοκόπος κι η μητέρα της παραδουλεύτρα. Ήταν μια πανέμορφη κοπέλα, με μακριά κόκκινα μαλλιά που έφταναν σγουρά μέχρι τους ώμους της. Τα μάτια της ήταν γαλάζια σαν τον ουρανό και το δέρμα της είχε το απαλό χρώμα της μακρινής δύσης του ήλιου. Ήταν καλόψυχη και καλόκαρδη αλλά είχε μέσα της μια βαθιά πληγή που την έκανε δυστυχισμένη. Ήταν ερωτευμένη με το φεγγάρι και τ’ όνειρό της ήταν να το αγγίξει με τα χέρια της και να το νανουρίσει στην αγκαλιά της. Οι άνθρωποι την ερωτεύονταν αλλά εκείνη δεν ήθελε κανέναν άλλο, παρά μόνο εκείνον που θα κατάφερνε να κατεβάσει το φεγγάρι για χάρη της.
»Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα και στο τέλος κανείς δεν την ήθελε πια, κι όλοι μιλούσαν μόνο για την παραξενιά της. Τότε ήταν που ήρθε στο δάσος ο μαύρος άνθρωπος. Ήταν έξυπνος και πονηρός κι έφτασε ακριβώς εκείνη τη στιγμή που η κοπέλα είχε χάσει το θάρρος της. Της υποσχέθηκε το φεγγάρι κι εκείνη πίστεψε τα όμορφα λόγια του. Δεν ξέρω αν ήθελε να τα πιστέψει επειδή τον αγάπησε ή επειδή είχε κουραστεί πια να περιμένει. Εκείνο που ξέρω είναι πως μια νύχτα του δόθηκε, και το δάσος κρατάει ακόμα μέσα του την ανάμνηση εκείνης της νύχτας.
»Το πρωί, ο μαύρος άνθρωπος είχε εξαφανιστεί κι εκείνη απόμεινε να κλαιει απαρηγόρητη απ’ τον καημό της. Άρχισε να τριγυρίζει μέσα στο δάσος και να χτυπιέται σαν τρελή. Άλλοι έλεγαν πως πενθούσε τον χαμένο της έρωτα κι άλλοι πως πενθούσε το χαμένο της όνειρο. Στο τέλος έπεσε στα νερά της λίμνης και πνίγηκε. Κανείς δεν βρήκε ποτέ το πτώμα της. Εγώ όμως ξέρω. Η λίμνη την λυπήθηκε και την κράτησε μέσα της για να μπορεί να νανουρίζει στην αγκαλιά της κάθε νύχτα το φεγγάρι που καθρεφτίζεται στα νερά της».
Η γυναίκα στην απέναντι μεριά σηκώθηκε και πλησίασε στην άκρη της λίμνης. Τα νερά της θα την εξάγνιζαν από τα σκοτάδια που έκρυβε μέσα της. Η ίδια μπορεί να μην το ήξερε, εγώ όμως το ήξερα πια. Όταν θα βγει αργότερα από τη λίμνη, σκέφτηκα, η ψυχή της θα είναι ελαφριά σαν πούπουλο.
Γιατί σήμερα έχει φεγγάρι.
Και η λίμνη είναι χαρούμενη, δυνατή κι ευτυχισμένη.

– 3 –

Περπατάω μαζί με την Τάρα μέσα στις γκρίζες σκιές του δάσους. Το φεγγάρι πιάνεται από κλαδί σε κλαδί και μας ακολουθεί ντροπαλό πάνω από τα ψηλά δέντρα. Του ρίχνω μικρές κλεφτές ματιές που και που κι εκείνο μου χαρίζει μια χούφτα από τις αχτίδες του. Δίπλα της περπατάει το «κουταβάκι» της. Ένας πελώριος μαύρος σκύλος που της φτάνει μέχρι το στήθος και παίζει συνέχεια με την γαλάζια ζώνη της. Η ίδια μου είχε πει πως είναι φίλος της, πράγμα που φαίνεται κι από την αγάπη που της δείχνει κι εκείνος, και πως είναι φίλοι εδώ και πολύ καιρό. Τώρα, το «εδώ και πολύ καιρό» της Τάρα είναι άλλος ένας από τους ανεξιχνίαστους γρίφους της. Η Τάρα ποτέ δεν μετράει σε χρόνια αλλά σε καιρούς κι αυτό δεν είναι και μεγάλη βοήθεια όταν έχεις να κάνεις μ’ ένα τέτοιο πλάσμα, ένα μυστικό του δάσους, όπως αυτή. Πολλές φορές έβλεπα το σκυλί να περιφέρεται στον σκουπιδότοπο, πίσω από τα παλιά νεκροταφεία ή να χάνεται μέσα στο δάσος. Οι άνθρωποι του δρόμου, που το είχαν εντοπίσει κι αυτοί πολλές φορές, το φοβούνταν και το φώναζαν η «μαύρη λαγωνίκα». Κάθε φορά όμως που τύχαινε να συναντηθούμε, εκείνο έρχονταν κοντά μου, με μύριζε κι εξαφανίζονταν μετά με μεγάλες δρασκελιές. Μάλλον επειδή ήμουν κι εγώ ένας φίλος της Τάρα κι αυτός ήταν ένας τρόπος για να με χαιρετίσει.
«Παίξε μου κάτι», μου λεει ξαφνικά.
Δεν έχω μαζί μου τη φλογέρα μου και της το λεω. Εκείνη δείχνει να λυπάται για μια μικρή στιγμή και μετά αφουγκράζεται τους ψίθυρους του δάσους, μου χαμογελάει και συνεχίζει.
«Δεν είναι για μένα, ξέρεις. Είναι για τα ξωτικά που τρελαίνονται για τις μουσικές σου».
«Τα ξωτικά!»
«Ναι, ξέρεις, τα… άλλα μυστικά που τριγυρίζουν στο δάσος. Μόνο που εκείνα είναι μυστικά της γης, ενώ εγώ είμαι το μυστικό του δάσους και το όνειρο του φεγγαριού».
Η Τάρα μπορεί να σε τρελάνει ώρες-ώρες κι αν δεν την ήξερα τόσο καλά θα είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό. Αλλά με έχει εκπαιδεύσει τόσο καλά για τέτοιου είδους γρίφους κι αινίγματα που το μόνο που της απαντάω είναι:
«Μα δεν είδα ποτέ μου κανένα από αυτά».
Εκείνη γελάει. Μου αρέσει πολύ όταν γελάει με τη ψυχή της. Έχει ένα τόσο παιδικό κι αθώο γέλιο που με κάνει και θυμάμαι το δικό μου γέλιο, πολλά χρόνια πριν, όταν η ιστορία μου ήταν ακόμα στην αρχή της κι όλα έμοιαζαν όμορφα και τακτοποιημένα. Τα πράγματα όμως, μάλλον δεν εξελίχθηκαν όπως τα φανταζόμουνα και καμιά φορά αναρωτιέμαι αν αυτό ισχύει και για τους άλλους ανθρώπους.
«Είναι επειδή είναι ντροπαλά», μου λεει. «Κρύβονται μέσα στις σκιές, μέσα στους θάμνους και πίσω από τα δέντρα αλλά βρίσκονται πάντα κοντά σου όταν παίζεις».
«Μα καλά, γιατί κρύβονται;»
«Μα σου είπα! Είναι ντροπαλά. Αυτή είναι φύση τους. Εγώ όμως δεν είμαι και τόσο ντροπαλή όσο αυτά… και γι’ αυτό είμαι μαζί σου. Αν και πρώτα απ’ όλα έπρεπε κι εγώ να μυρίσω τη ψυχή σου».
Σας το είπα. Αυτή ακριβώς είναι η Τάρα. Γεμάτη αινίγματα, γρίφους και παραξενιές. Ένα μυστήριο, που είτε το δεχτείς είτε όχι, μοιάζει να είναι πάντα αυτό που είναι. Ένα μυστικό: το μυστικό του δάσους. Κι ένα όνειρο: το όνειρο του φεγγαριού.
«Μερικές φορές μαζεύονται γύρω από το σπίτι σου όταν παίζεις και χορεύουν», μου λεει και μου δίνει ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο.
Το «σπίτι» μου δεν είναι παρά ένα παρατημένο, σάπιο φορτηγάκι στην άκρη του σκουπιδότοπου, δίπλα στο ρέμα με τα βατόμουρα, λίγα μέτρα μακριά από τα πρώτα δέντρα του δάσους. Έχω κάνει κάποιες μετατροπές φυσικά για να το κάνω όσο πιο βιώσιμο γίνεται, αλλά ακόμα κι έτσι, η Τάρα είναι το μοναδικό πλάσμα που άκουσα ποτέ να το αποκαλεί «σπίτι».
Βάζω το χέρι μου μέσα στη φαρδιά τσέπη του σακακιού μου –ένα φαρδύ στρατιωτικό τζάκετ– και βγάζω ένα γουώκμαν. Της το δίνω.
«Σου έφερα να ακούσεις ένα παράξενο τραγούδι», της λεω. «Δεν ξέρω τι συμβαίνει αλλά το τελευταίο καιρό, τυχαίνει πάντοτε να το ακούω όπου σταθώ κι όπου βρεθώ. Παντού. Από ένα αμάξι που περνάει δίπλα μου στο δρόμο κι ο οδηγός του έχει κατεβασμένο το παράθυρό του. Από ένα ραδιόφωνο που ανοίγει κάποιος μόλις περνάω έξω από το σπίτι του. Από τις μισάνοιχτες πόρτες των μπαρ… Ακόμα και από ανθρώπους που το ψιθυρίζουν όταν τους προσπερνάω… λες και με κυνηγάει».
Την βοηθάω να βάλει τ’ ακουστικά στ’ αυτιά της και συνεχίζω. «Ο τραγουδιστής είναι ο Μπόμπ Γκέλντοφ και το τραγούδι λέγεται The Beat of the Night…». Όχι πως έχει σημασία γι’ αυτήν.
Η Τάρα ακούει με προσοχή το τραγούδι. Το γέλιο στα χείλη της αρχίζει να σβήνει και το πρόσωπό της γίνεται σιγά-σιγά μια παγωμένη μάσκα που δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω. Την έχω δει χαμογελαστή, θλιμμένη, θυμωμένη, στεναχωρημένη… Ποτέ όμως έτσι: μια άκαμπτη, σοβαρή μάσκα που μπορεί να κρύβει τα πάντα από πίσω της. Ξαφνικά, βγάζει τα ακουστικά από τ’ αυτιά της, τα πετάει στο χώμα και στέκεται σιωπηλή.
«Μιλάει για τον μαύρο άνθρωπο», ψιθυρίζει τελικά μετά από ώρα κι η φωνή που βγαίνει από το στόμα της είναι τόσο σιγανή που μόλις και την ακούω. «Ο μαύρος άνθρωπος είναι ο βασιλιάς της νύχτας, ο κυνηγός των ψυχών».
Το μεγάλο σκυλί κουλουριάζεται στα πόδια της και γρυλίζει φοβισμένα. Η Τάρα σκύβει, κάθεται στο χώμα και του χαϊδεύει το κεφάλι. «Μην φοβάσαι», του λεει, «δεν θα του αφήσω να σου κάνει κακό». Το μαύρο θηρίο δίπλα της φαίνεται ωστόσο πολύ τρομαγμένο. Κάθομαι κι εγώ κοντά της με κομμένα τα γόνατα. Η Τάρα με κοιτάει για λίγη ώρα στα μάτια κι ύστερα αρχίζει.
«Όταν το δάσος κοιμάται», μου λεει, «ο κόσμος είναι ανυπεράσπιστος και οι πύλες δεν φυλάσσονται από τα πλάσματά του. Κι είναι τότε που φτάνει στον κόσμο αυτόν, ο βασιλιάς της νύχτας για το Μεγάλο Κυνήγι. Καβαλάει ένα μεγάλο άσπρο άλογο και καλπάζει μες τη νύχτα ακολουθώντας τα λαγωνικά του που τον οδηγούν».
«Τι κυνηγάει;»
«Ψυχές. Κυνηγάει ψυχές. Τα λαγωνικά του τις μυρίζουν, τις κυνηγάνε, τις πιάνουν και τις ξεσκίζουν. Ότι απομείνει ανήκει στον βασιλιά… για πάντα. Τις παίρνει μαζί του πέρα από τις πύλες, στον τόπο που δεν έχει γυρισμό. Χάνονται για πάντα μέσα στη γκρίζα κοιλάδα του. Την τελευταία φορά που βγήκε για κυνήγι, τα λαγωνικά του μύρισαν το κουταβάκι μου. Ήταν μικρό και χτυπημένο… κυνηγημένο απ’ όλους. Το γλίτωσα από τα δόντια τους την τελευταία στιγμή κι από τότε άνοιξαν οι λογαριασμοί μου με τον μαύρο άνθρωπο. Μου υποσχέθηκε πως θα γυρίσει κι είναι από τα πλάσματα που κρατούν την υπόσχεσή τους. Τώρα μάλλον θα πρέπει να σας προσέχω και τους δυο».
«Τι εννοείς και τους δυο;».
«Το κουταβάκι μου κι εσένα», μου απαντάει η Τάρα. «Αν σε κυνηγάει αυτό το τραγούδι, είναι γιατί κινδυνεύεις κι εσύ απ’ τον μαύρο άνθρωπο. Όλη αυτή η παραξενιά που σου συμβαίνει είναι μια προειδοποίηση. Κινδυνεύεις κι εσύ τώρα… και το μόνο που με στεναχωρεί είναι ότι φταιω εγώ γι’ αυτό. Ο μαύρος άνθρωπος κυνηγάει όσους αγαπάω».
Μένουμε για λίγο σιωπηλοί. Δεν ξέρω αν πρέπει να την πιστέψω ή όχι. Όλη αυτή η ιστορία με τον μαύρο άνθρωπο και το κυνήγι των ψυχών μοιάζει με τα παραμύθια των παππούδων μας. Από την άλλη όμως, στέκομαι δίπλα στην Τάρα, που είναι ένα μυστικό κι ένα όνειρο, ένα πλάσμα που κανείς δεν το φαντάστηκε ποτέ του κι αναρωτιέμαι. Ποιος θα πίστευε ποτέ έναν παραμυθά που θα διηγούνταν την ιστορία της; Κι ακόμα, ποιος θα τριγύριζε μέσα στα δάση τις σκοτεινές νύχτες για να τη βρει; Και τέλος, πως έπρεπε να μυρίζει μια ψυχή για την τραβήξει κοντά της;
Η Τάρα με χαϊδεύει κι είναι τότε που καταλαβαίνω το πόσο πολύ τρέμω. Σηκωνόμαστε από το έδαφος.
«Μη φοβάσαι», μου λεει. «Τώρα ξέρουμε τι να περιμένουμε. Κι εσύ έχεις το μυστικό σου για να σε φυλάει».
Κλείνω για μια στιγμή τα μάτια μου, κι όταν τ’ ανοίγω, η Τάρα έχει εξαφανιστεί. Έτσι κάνει πάντα, σκέφτομαι και προσπαθώ να χαμογελάσω. Άδικα όμως. ΄Ο άνεμος φυσάει πιο δυνατά τώρα και τα φύλλα των δέντρων αρχίζουν το αρχαίο τραγούδι τους. Το φεγγάρι είχε σκαλώσει πάνω στα κλαδιά των δέντρων.
Ακούω πεντακάθαρα τον χτύπο της νύχτας γύρω μου. Έναν ξέφρενο, άγριο χτύπο που σκεπάζει ολόκληρο το δάσος.
Άλλη μια προειδοποίηση;
Ή μήπως δεν είναι παρά μόνο η καρδιά μου που καλπάζει τρομαγμένη;

– 4 –

Κάθομαι μπροστά στο «σπίτι» μου, πάνω σε μια μεγάλη πέτρα και κοιτάω τα μακρινά φώτα της πόλης. Δεξιά μου, εκεί που τελειώνει το δάσος, κοιμάται ένα μικρό κομμάτι της λίμνης πάνω σε μια αδύναμη, ασημένια λάμψη. Το κουταβάκι κάθεται μπροστά μου στα τέσσερα κι ακουμπάει το κεφάλι του στο χώμα με τα μάτια κλειστά. Που και που, κουνάει τ’ αυτιά του πέρα-δώθε για ν’ ακούσει. Φαντάζομαι πως έχουμε γίνει κολλητοί τώρα. Δεν είμαι πια απλώς ένας φίλος της Τάρα –που παρεμπιπτόντως έχει να φανεί εδώ και πολλές νύχτες. Είμαι και δικός του φίλος, αφού μοιραζόμαστε τον ίδιο κίνδυνο. Κι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ.
Σκέφτομαι την πορεία που έχει πάρει η ζωή μου, αυτή τη μικρή ανάξια ιστορία μου. Έζησα πολλά χρόνια μέσα στους δρόμους και δεν είναι καθόλου λίγα αυτά που πέρασα για να φτάσω εδώ που βρίσκομαι τώρα. Καθισμένος, πάνω σε μια πέτρα στην άκρη της πόλης, με μια φλογέρα στα χέρια μου κι όλα αυτά τα πολύχρωμα φώτα που φέγγουν μέσα στη νύχτα. Μπροστά μου, όλοι εκείνοι που με βλέπουν κάθε μέρα, αλλά γυρίζουν τα μάτια τους αλλού και προσποιούνται πως δεν υπάρχω. Πίσω μου εκείνοι που με αποδέχονται: μια φίλη κι ένας κυνηγός που μυρίζουν μόνο τις ψυχές των πλασμάτων, ο καθένας για διαφορετικό λόγο. Μπορεί και να είναι οι ψυχές μας αυτό που αξίζει τελικά, και δεν ξέρω τι από τα δυο είναι χειρότερο για μια ψυχή: να της γυρίζουν την πλάτη ή να την κυνηγάνε;
Αρχίζω να παίζω με τη φλογέρα μου έναν σκοπό από νύχτα, δάσος, λίμνη και ψυχή. Έναν σκοπό γεμάτο μυστικά κι αινίγματα. Όνειρα και εφιάλτες. Οι νότες μου απόψε είναι θλιμμένες και ψιθυρίζουν την μικρή ιστορία μου που συνεχίζεται. Δεν ξέρω μέχρι πότε.
Κάτι τέτοιες νύχτες δεν φοβάμαι τίποτα.
Ξέρω πως κάπου εκεί έξω, υπάρχει ένα μυστικό, κι ένα όνειρο, που φυλάνε τη ψυχή μου.

Ναούμ Θεοδοσιάδης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *