Γιατί να διαβάζει κανείς; του Κυριάκου Χαλκόπουλου

Είναι συνηθισμένο- και θεωρείται εύλογο- να παροτρύνεται κάποιος στην ανάγνωση βιβλίων. Όμως σε τι χρησιμεύει αυτό, και είναι αληθινά η ωφέλεια από το διάβασμα κάτι που γίνεται να προσδιοριστεί;
Φαίνεται πως ισχύει και στην επαφή με τα βιβλία πως σταδιακά μόνο σχηματίζει ο κάθε αναγνώστης μια σαφέστερη γνώμη για την αξία όσων διαβάζει, συνειδητά ή ασυναίσθητα συγκρίνοντας τα νέα αναγνώσματα του με παλιότερα. Παράλληλα διαμορφώνει πιο συγκεκριμένες προτιμήσεις για βιβλία. Όπως ένα παιδί στο δημοτικό που απαραίτητα μαθαίνει πρώτα να σχεδιάζει γραμμές μπορεί να ξαφνιαστεί βλέποντας τα παράδοξα σχήματα μιας σπείρας, έτσι και ο νέος αναγνώστης δεν έχει ακόμα προσδιορισμένους τους άξονες των ενδιαφερόντων του καθώς παρακολουθεί τις προτάσεις του ενός ή του άλλου συγγραφέα.
Όμως η ανάγνωση δεν είναι ένα καθήκον που επιβάλλεται, με την απειλή κάποιας αρνητικής βαθμολόγησης, ή τις υπόνοιες πως είναι άξια μομφής η απουσία του βιβλίου από τη ζωή ενός ανθρώπου. Διαβάζει κανείς αν όντως ανακαλύπτει ωφέλιμες σκέψεις, ή παρασύρεται στο θάμβος μιας περιγραφής που παρακινεί να συνεχίσει το γύρισμα των σελίδων. Γι αυτό ωστόσο ισχύει πως βιβλία που λόγω ατελειών των δημιουργών τους δεν κρύβουν πουθενά τέτοια αποσπάσματα- δεν παραφυλά σε αυτά μια ενθάρρυνση για περισσότερο διάβασμα- μπορούν ακόμα και να απογοητεύσουν ιδιαίτερα κάποιον που αποφάσισε διστακτικά να ρίξει μια ματιά στο χώρο της λογοτεχνίας…
Φυσικά ο καθένας επιδιώκει κάτι να εκφράσει, και αυτός που γράφει τις γραμμές, μα και όποιος τις διαβάζει. Και ο αναγνώστης συχνά ρίχνει ένα τελείως ιδιαίτερο, δικό του φως, στο κείμενο που μελετά με ενδιαφέρον, ενώ εκεί βρίσκει ακόμα και στοιχεία που ο συγγραφέας του δεν τα είχε κατά νου, αλλά μπορεί να αποτελούν έως και μια κυριότερη σημασία του ίδιου του γραπτού του. Διαβάζει, τελικά, κανείς επειδή αναζητά, είτε το γνωρίζει είτε όχι, να μάθει κάτι όχι για τις σκέψεις ενός συγγραφέα, αλλά για τις δικές του βαθύτερες σκέψεις, για τα κρυμμένα συναισθήματα που θέτει και πάλι σε κίνηση κάποιο μέρος ενός κειμένου το οποίο τη στιγμή που θα το διαβάζει μπορεί να μοιάζει περισσότερο από μια διαδοχή γραμμών με έναν τοξότη που τον καλεί δίπλα του, ορθώνει το τόξο και με το ευδιάκριτο βέλος πετυχαίνει τώρα ένα στόχο που ο αναγνώστης έψαχνε από καιρό, και ίσως εν τω μεταξύ να είχε ολότελα λησμονήσει…
Ένα βιβλίο που είναι για κάποιον σημαντικό ήδη του παρέχει τόσες δυνατότητες να σκεφτεί για όσα κουβάλησε ως εδώ ο ίδιος, στην προσωπική του σκέψη, σα να βημάτιζε ως τώρα πλάι σε ένα ψηλό τοίχο, και πλέον βρήκε πάνω του μια καθαρά σχηματισμένη πόρτα: είναι εύλογο να συνεχίζει να διαβάζει ένα τέτοιο βιβλίο, όπως θα ήταν εύλογο να άγγιζε τώρα όλο και πιο ερευνητικά εκείνη την πύλη προς άλλα τμήματα του δικού του εσωτερικού κήπου.

(Ο Κυριάκος Χαλκόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ολοκλήρωσε τις βασικές του σπουδές. Κατόπιν φοίτησε στην Αγγλία και είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου του Έσσεξ. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα περιοδικά (Δέκατα, Ένεκεν, Ίαμβος, Εντευκτήριο, Άνευ, Αντί επιλόγου, Χίμαιρες, Σοδειά κ.α.) και σε ελληνικά έντυπα του εξωτερικού (Αγγλία, Γερμανία).
Απο το 2014 οργανώνει και παρουσιάζει κύκλους σεμιναρίων για την αρχαία ελληνική Φιλοσοφία, υπό την αιγίδα της Διεύθυνσης Βιβλιοθηκών και Μουσείων του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Αρθρογραφεί για θέματα πολιτισμού στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης, όπου διατηρεί μια στήλη για τη Φιλοσοφία).

One Response to Γιατί να διαβάζει κανείς; του Κυριάκου Χαλκόπουλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *